Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ

Μην Φεβρουάριος

έχων ημέρας 28 εί δε έστι δίσεκτον το έτος, 29
η ημέρα έχει ώρας 11, και η νύξ ώρας 13
***




Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2025

Είναι δίκαιο να τιμούμε μαζί τους τρεις φωτεινούς αστέρες, που φώτισαν τη ζωή με τριπλό λαμπρό φως.



Σ Υ Ν Α Ξ Α Ρ Ι Ο Ν 
Τ Λ᾿ τοῦ αὐτοῦ μηνός, Μνήμη τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν καὶ Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου, Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. 
 
Είναι δίκαιο να τιμούμε μαζί τους τρεις φωτεινούς αστέρες, που φώτισαν τη ζωή με τριπλό λαμπρό φως. 
Είναι θεμιτό όλοι να προσφέρουν κοινό ύμνο, σε αυτούς που χύνουν σε όλους κοινή τη χάρη. 
Μία μόνο χελιδόνα δεν φέρνει την άνοιξη· οι τρεις αηδόνες, όμως, φέρνουν την άνοιξη στις ψυχές. 
Η Αγία Τριάδα φωτίζει τον νοητό κόσμο, και αυτή η Τριάδα φωτίζει τη δημιουργία που βλέπουμε. 
Οι άνθρωποι κάποτε έχασαν την ευλάβεια προς τον Θεό, και ανόητα λάτρεψαν τον Ήλιο και τη Σελήνη,
θαυμάζοντας την ομορφιά και τη λαμπρότητά τους, και τους προσέφεραν λατρεία σαν να ήταν θεοί. 
Όμως, από αυτούς τους τρεις φωστήρες πάλι, εμείς οδηγηθήκαμε στη θεϊκή ευσέβεια, γιατί με την αγιότητα του βίου και τη δύναμη των λόγων τους,
πείθουν όλους να λατρεύουν τον μόνο Δημιουργό. 
Η δημιουργία στηρίζεται σε τέσσερα στοιχεία: τη φωτιά, τον αέρα, το νερό και τη γη. Και αυτοί που συγκροτούν τον μεγάλο κόσμο, φέρουν ως τύπο μιας άλλης δημιουργίας την Πίστη προς τον Θεό, ως στοιχειακή Τριάδα. 
Δεν τους απασχολεί τίποτα το γήινο,
και στα λόγια τους δεν υπάρχει γήινος νους. 
Ο Γρηγόριος, με φλεγόμενο νου, αναδίδει τον λόγο, και οδηγεί όλους να τρέχουν προς τα ύψη. 
Για όσους καταβάλλονται από τα πάθη,
οι λόγοι του Βασιλείου είναι σαν ανάσα ζωής. 
Μιμούμενος τη ροή των νερών,
αυτός που έχει χρυσή καρδιά και στόμα, δροσίζει τις ψυχές που έχουν λιώσει από τα πάθη. 
Έτσι, ανυψώνουν την ανθρώπινη φύση,
από τη γη προς το ουράνιο φως, με τους λόγους τους. 
Και έλαμψε σαν χρυσοτρισήλια ακτίνα,
την τριακοστή ημέρα, το φως τους στον κόσμο.

Τῶν τριῶν τούτων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν καὶ πάντων τῶν ἁγίων, τὰς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις κατάβαλε καὶ ἡμᾶς ἐν ὁμονοίᾳ καὶ εἰρηνικῇ καταστάσει διαφύλαξον καὶ τῆς οὐρανίου σου βασιλείας ἀξίωσον. Ὅτι εὐλογητὸς εἶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ



Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ
Επί βασιλείας του αυτοκράτορα Αλεξίου του Κομνηνού (1081-1118) ξέσπασε στην Βασιλεύουσα φιλονικία που διαίρεσε τους λογίους, τους καταρτισμένους στα ζητήματα της Πίστεως και τους έμπλεους ζήλου για την αρετή, με θέμα τους τρείς αγίους Ιεράρχες και μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας: τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Άλλοι έλεγαν ότι προτιμούν τον Μέγα Βασίλειο, γιατί ερμήνευε τα μυστήρια της φύσης όπως κανείς άλλος, και με τον ενάρετο βίο του συναγωνιζόταν τους αγγέλους. Θεμελιωτής του μοναχισμού, αρχηγός της Εκκλησίας στον αγώνα κατά της αίρεσης, αυστηρός ποιμένας και απαιτητικός ως προς την καθαρότητα των ηθών, δεν έβρισκες επάνω του τίποτε το γήινο και το κατώτερο. Γι’ αυτό, έλεγαν, ήταν ανώτερος από τον άγιο Χρυσόστομο ο οποίος από την φύση του ήταν πιο συγκαταβατικός προς τους αμαρτωλούς. Άλλοι, παίρνοντας το μέρος του ονομαστού αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, αντιστρέφοντας το επιχείρημα, υποστήριζαν ότι ο Ιωάννης διόλου δεν υπολειπόταν σε ζήλο του Βασιλείου, είτε επρόκειτο για τον αγώνα κατά των παθών είτε για την καθοδήγηση των αμαρτωλών στην μετάνοια και την ανύψωση του λαού στην ευαγγελική τελείωση. Ασυναγώνιστος σε ευγλωττία, ο «Χρυσορρήμων» αυτός ποιμένας γεώργησε την Εκκλησία με έναν αληθινό ποταμό λόγων, στους οποίους ερμήνευσε τον θείο λόγο και έδειχνε πώς εφαρμόζεται στην καθημερινή ζωή, με ρητορική τέχνη ανώτερη των δύο άλλων αγίων Διδασκάλων. Μια άλλη ομάδα υποστήριζε ότι ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος ήταν ο ανώτερος, λόγω της κομψότητος, του εύρους και του βάθους του θεολογικού του λόγου. Έχοντας αφομοιώσει το σύνολο της ελληνικής σοφίας και ρητορικής, έφθασε, έλεγαν, σε τέτοιο ύψος θεωρίας του Θεού, ώστε κανείς άλλος δεν μπορούσε να εκφράσει τόσο τέλεια το δόγμα της Αγίας Τριάδος. 
Καθώς λοιπόν ο καθένας υπερασπιζόταν με αυτόν τον τρόπο τον έναν Πατέρα έναντι των άλλων δύο, σε λίγο η έριδα εξαπλώθηκε σε ολόκληρο τον χριστιανικό λαό της Βασιλεύουσας και, αντί να ευνοεί την αφοσίωση στους αγίους, προκαλούσε ταραχές, διαφωνίες και διαμάχες χωρίς τέλος ανάμεσα στις τρεις παρατάξεις, η κάθε μία εκ των οποίων είχε λάβει το όνομα ενός εκ των σεπτών Ιεραρχών· έτσι λοιπόν ο λαός, εξαιτίας της σφοδρότητας του ζήλου του, είχε χωριστεί στους «Βασιλείτες», στους «Γρηγορίτες» και στους «Ιωαννίτες». 
Μια νύχτα, οι τρεις άγιοι Ιεράρχες παρουσιάσθηκαν σε ενύπνιο στον άγιο Ιωάννη Μαυρόποδα, μητροπολίτη Ευχαΐτων [5 Οκτ.], αρχικά ένας-ένας και ύστερα μαζί. Του είπαν με μια φωνή: «Καθώς βλέπεις, είμαστε και οι τρεις κοντά στον Θεό και δεν μας χωρίζει ούτε διαφωνία ούτε αντιπαλότητα. Ο καθένας από εμάς, ανάλογα με τις περιστάσεις και με την έμπνευση που είχε λάβει από το Άγιο Πνεύμα, συνέγραψε και δίδαξε για την σωτηρία των ανθρώπων. Δεν υπάρχει ούτε πρώτος, ούτε δεύτερος, ούτε τρίτος ανάμεσά μας· κι αν καλέσεις τον έναν, πάραυτα θα παρουσιασθούν και οι δύο άλλοι. Γι’ αυτό πρόσταξε όσους φιλονικούν, να μην προξενούν διαιρέσεις στην Εκκλησία εξαιτίας μας, αφού όσο βρισκόμασταν εν ζωή, όλες μας οι προσπάθειες αποσκοπούσαν στην αποκατάσταση της ενότητας και της ομόνοιας στον κόσμο. Μερίμνησε κατόπιν, να εορτάζεται η μνήμη και των τριών μας την ίδια ημέρα, συνθέτοντας την ακολουθία και τους ύμνους που θα αφιερώσεις στον καθένα μας, με την τέχνη και την γνώση που σου έδωσε ο Θεός, και παράδωσέ τα στους χριστιανούς με την εντολή να εορτάζουν την κοινή τιμή μας κάθε χρόνο. Εάν μας τιμήσουν κατ’ αυτό τον τρόπο, ως όντες ένα εμείς κοντά στον Θεό και εν τω Θεώ, υποσχόμαστε ότι θα μεσιτεύουμε στην κοινή μας προσευχή για την σωτηρία τους». Με αυτά τα λόγια οι άγιοι ανέβηκαν στον ουρανό μέσα σε άπλετο φως, αποκαλώντας ο ένας τον άλλον με το όνομά του. 
Χωρίς να αργοπορήσει ο άγιος Ιωάννης συγκέντρωσε τότε τον λαό και μετέφερε το μήνυμα των αγίων. Καθώς τον σέβονταν όλοι για την αρετή του και τον θαύμαζαν για την δύναμη του λόγου του, οι τρεις παρατάξεις ειρήνευσαν και όλοι τον παρακινούσαν να συνθέσει χωρίς χρονοτριβή την ακολουθία της κοινής εορτής. Με λεπτή διάκριση επέλεξε να αφιερώσει σε αυτόν τον εορτασμό την τριακοστή ημέρα του Ιανουαρίου, σφραγίζοντας έτσι τον μήνα εκείνο κατά τον οποίον εορτάζονται και τρεις χωριστά [1η: άγιος Βασίλειος· 25η: άγιος Γρηγόριος· 27η: ανακομιδή λειψάνων του αγίου Ιωάννου].

Όπως αναφέρουν πολλά τροπάρια αυτής της θαυμαστής ακολουθίας, οι τρεις Ιεράρχες –«επίγεια τριάδα»– κατά το πρόσωπο διακριτοί αλλά ενωμένοι με την Χάρη του Θεού, μας δίδαξαν τόσο με τα γραπτά τους όσο και με τον βίο τους, να λατρεύουμε και να τιμούμε την Αγία Τριάδα, τον ένα Θεό σε τρία Πρόσωπα. Οι τρεις αυτοί φωστήρες της Εκκλησίας διέδωσαν σε όλη την γη το φως της αληθινής Πίστεως, αψηφώντας κινδύνους και διώξεις, και άφησαν σε μας τους απογόνους τους αυτή την ιερή κληρονομιά, μέσω της οποίας μπορούμε και εμείς να φθάσουμε στην μακαριότητα και την αιώνια ζωή του Θεού με όλους τους αγίους. 
Κλείνοντας τον μήνα Ιανουάριο, κατά τον οποίο εορτάζουμε τόσους ένδοξους ιεράρχες, ομολογητές και ασκητές, με την κοινή εορτή των τριών μεγάλων Ιεραρχών, η Εκκλησία ανακεφαλαιώνει κατά τέτοιο τρόπο την μνήμη όλων των αγίων που έδωσαν την μαρτυρία της Ορθοδόξου Πίστεως με τα γραπτά και τον βίο τους. Με την εορτή αυτή τιμούμε το όλο έργο διδασκαλίας και φωτισμού του νου και της καρδιάς των πιστών διά του λόγου, το οποίο επιτελείται διά μέσου των αιώνων στην Εκκλησία. Η εορτή των τριών Ιεραρχών είναι επομένως ο συνεορτασμός όλων των Πατέρων της Εκκλησίας, όλων αυτών των προτύπων ευαγγελικής τελείωσης, τους οποίους ανέδειξε το Άγιο Πνεύμα από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο, για να είναι αυτοί νέοι Προφήτες και νέοι Απόστολοι, οδηγοί των ψυχών προς τον Ουρανό, παρηγορητές του λαού και πύρινοι στύλοι προσευχής, στήριγμα και εδραίωση της Εκκλησίας στην αιώνια αλήθεια του Κυρίου Ιησού Χριστού.

 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
σελ. 352–354.

Ύμνος στους τρεις ιεράρχες: του αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς




Νηστεία και προσευχή - Βασίλειος
Θεολογία - Γρηγόριος
Ελεημοσύνη - Χρυσόστομος.
Στόματα χρυσά, στόματα μελίρρυτα!
Εργάτες όλοι ενός έργου:
τρεις διακριτοί - τρεις άγγελοι.
Οι τρεις μαζί, ένα, όπως ο Τριαδικός Θεός,
κανένας τους αρχηγός, κανένας δεύτερος.
Στην αιωνιότητα όλοι συμφωνούν,
καλείς έναν προστρέχουν και οι τρεις. 
Υμνείς έναν, ακούνε και οι τρεις.
Δοξάζεις έναν, συγχαίρουν και οι τρεις.
Τρεις άνδρες, μια ολότητα, 
τρεις ιεράρχες, ένα έργο,
τρία ονόματα, μία δόξα,
και για τους τρεις, κεφαλή ο Χριστός.

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2025

Ο ιερομάρτυς άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (διδασκαλία-βίος)

Ο ιερομάρτυς άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (διδασκαλία-βίος)

(Στυλιανού Παπαδόπουλου, Πατρολογία τόμος Α). 
Ο Θεοφόρος Ιγνάτιος είναι ο πρώτος Πατήρ και Διδάσκαλος της Εκκλησίας, όπως είναι και ο πρώτος μεγάλος θεολόγος μετά τους αποστόλους. Η αλήθεια, η αμεσότης και η βεβαιότης των λόγων του παρέχουν την εντύπωση αποστολικού πράγματι άνδρα. Με τον Ιγνάτιο η Εκκλησία προχωρεί στη θεολογική θεμελίωση της πορείας της και αντιμετωπίζει τα προβλήματά της όχι πλέον περιστασιακά και πρακτικά (Κλήμης, Διδαχή), αλλά κυρίως θεολογικά. Εγκαινιάζεται λοιπόν η τακτική που θα ισχύση σ’ ολόκληρη την πορεία της Εκκλησίας: Τα ζωτικά προβλήματα λύνονται με θεολογική προσπάθεια για τη φανέρωση της αληθείας προς την οποία σχετίζονται. Η Εκκλησία στο πρόσωπο του Ιγνατίου ξεπερνά το στάδιο της εύκολης ηθικολογίας και αρετολογίας, που ανέπνεε στα πλαίσια του ιουδαϊσμού και του ελληνισμού. Ακόμη ευρύτερα, ο Ιγνάτιος έδειξε ότι ο χριστιανός θεολόγος μπορεί να χρησιμοποιή τη γλώσσα του συγχρόνου του πνευματικού κλίματος (ιουδαϊκού, γνωστικού, ελληνικού), χωρίς ουσιαστικά να επηρεάζεται από αυτό. Η θεολογία της Εκκλησίας είναι δρόμος ιδιαίτερος με προϋποθέσεις και προοπτικές, τις οποίες πρέπει ν’ αναζητή κανείς στο χώρο της εκκλησιαστικής αληθείας. Έτσι ο Ιγνάτιος - και στο πρόσωπό του η Εκκλησία - υπερνικά οριστικά το κλίμα του ιουδαϊσμού και προχωρεί στη δημιουργία μιας άλλης θεολογίας, της θεολογίας της Εκκλησίας, που δεν έχει ότι θα χαρακτηρίζαμε συστηματικό τρόπο εκφάνσεως ή σχολαστική ανάλυση των εννοιών και των θεμάτων. 
Θεολογική προσφορά. Η θεολογία του Ιγνατίου, που φέρει τη σφραγίδα του μεγάλου έργου, είναι γνήσια κι έγινε φρόνημα, ήθος και Παράδοση της Εκκλησίας, διότι είναι ποιμαντική, συνιστά έκφραση και συνέχεια της αποστολικής Παραδόσεως και δημιουργήθηκε με την καθοδήγηση του αγ. Πνεύματος, καθώς ο ίδιος βεβαιώνει. Αυτή μπορεί να διακριθή σε τρία σημεία: Θεολογία του επισκοπικού λειτουργήματος. Θεολογία της ενότητος της Εκκλησίας. Και θεολογία του ευχαριστιακού ρεαλισμού. 
α. Στην πρώτη ωδηγήθηκε, διότι πολλοί πιστοί δε θεωρούσαν αναγκαίο να μετέχουν στην Ευχαριστία, την οποία τελούσε ο επίσκοπος του τόπου. Άρα οι πιστοί αμφέβαλλαν και δίσταζαν να δεχθούν τη μοναδικότητα και αποκλειστικότητα του επισκόπου σε κάθε τόπο, και γι’ αυτό είχαν προβή στη δημιουργία ομάδων με δική τους φυσικά ευχαριστία. Έτσι ο επίσκοπος και το λειτούργημά του στην Εκκλησία γινόταν αξίωμα επιφανειακό, χωρίς θεολογική θεμελίωση και αποκλειστικότητα (=ήταν το μεγάλο πρόβλημα της εποχής ήδη από τους χρόνους του Κλήμεντα Ρώμης). Ο Ιγνάτιος αντιμετωπίζει ριζικά - θεολογικά το πρόβλημα, συνδέοντας την εγκυρότητα της Ευχαριστίας με τον επίσκοπο, που είναι «εγκεκραμένος» με το Χριστό, όπως πρέπει να είναι με τον επίσκοπο και οι πιστοί. Ο επίσκοπος είναι αναντικατάστατος, διότι στην Εκκλησία ενεργεί ως εκπρόσωπος του Θεού, διότι είναι «τύπος του Πατρός» (Τράλ. 3, 1), η συνέχεια του έργου του Κυρίου και των αποστόλων. 
β. Η θεολογία της ενότητος είναι το επόμενο βήμα. Ο επίσκοπος γίνεται το αισθητό και πραγματικό σημείο της ενότητος της Εκκλησίας. Ο σύνδεσμος με τον επίσκοπο είναι προϋπόθεση της ενώσεως του ανθρώπου με το Θεό και συγχρόνως απόδειξη της ενώσεως αυτής, δηλ. απόδειξη ότι ο άνθρωπος αυτός ανήκει στην Εκκλησία. Εάν δεν έχωμε την ενότητα των πιστών με τον επίσκοπο, δεν έχομε και την «καθολικήν Εκκλησίαν». «Όπου αν φανή ο επίσκοπος, εκεί το πλήθος έστω, ώσπερ όπου αν η Χριστός Ιησούς, εκεί η καθολική εκκλησία» (Σμυρν. 8). Ο Ιγνάτιος είναι ο πρώτος εκκλησιαστικός συγγραφέας που χρησιμοποιεί τον πολυσήμαντο όρο «καθολική εκκλησία», όπως επίσης και τους όρους «χριστιανισμός» (Μαγν. 10,3) και «Ευαγγέλιον» (Σμυρν. 7,2 κ.ά.) (προς δήλωση των τεσσάρων κειμένων—Ευαγγελίων). 
γ. Στη θεολογία του ευχαριστιακού ρεαλισμού φθάνει ο Ιγνάτιος, αντιμετωπίζοντας τις δοκητικές αντιλήψεις, που είχαν εισχωρήσει σε κύκλους εκκλησιαστικούς και που σύμφωνα με τις οποίες ο Χριστός έπαθε φαινομενικά μόνο. Η πραγματικότης του πάθους και της αναστάσεως του Κυρίου είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πραγματικής παρουσίας αυτού στην Ευχαριστία. Την πραγματικότητα γενικά της σχέσεως πιστού και Χριστού, η οποία με την Ευχαριστία γίνεται κυριολεκτικά ανάκραση, χαρακτηρίζομε ευχαριστιακό ρεαλισμό. 
Ο ρεαλισμός αυτός, που είναι πράγματι διάχυτος και εντυπωσιακός σε όλα τα ιγνατιανά κείμενα, έγινε αιτία να ομιλούν οι ερευνητές περί μυστικισμού του Ιγνατίου. Δεν πρόκειται όμως περί μυστικισμού, που έχει στάδια και βαθμούς άγνωστα στον Ιγνάτιο, αλλά περί συγκλονιστικού, φλογερού και άμετρου ενθουσιασμού για την ένωσή του (ή μάλλον την ανάκρασή του) με τον Κύριο, η οποία θα κορυφωθή στο μαρτύριο, προς το οποίο βαδίζει ως διψασμένη έλαφος. Η αγάπη για τον Κύριο και το πραγματικό της ενότητος με αυτόν κατακαίουν τον Ιγνάτιο και τον μεταμορφώνουν σε θεοφόρο. Η θεολογία του Ιωάννου και του Παύλου συναντώνται στο πνεύμα του Ιγνατίου, ο όποιος τώρα προχωρεί στη θεολογία της ενώσεως με τον Κύριο και στη θεολογία του μαρτυρίου. 
Ο πρώτος Πατήρ και Διδάσκαλος της Εκκλησίας είναι και ο πρώτος εκκλησιαστικός συγγραφέας, που εξαρτά τη θεολογία του, τη διδασκαλία του, από το φωτισμό και την καθοδήγηση του Θεού. Η απάντηση του Ιγνατίου σε προβλήματα που αφορούν τη θεία αλήθεια είναι αποτέλεσμα φωτισμού. Εκφράζει «γνώμη» σε τέτοια ζωτικά, σωτηριολογικά θέματα, μόνο «εάν - όπως γράφει ο ίδιος - ο Κύριός μοι αποκάλυψη τι» (Εφεσ. 20, 1). Βεβαιώνει τους Φιλαδελφείς (7) ότι όσα είπε για την ενότητα τους με τον επίσκοπο του τα φανέρωσε το Πνεύμα• προϋπόθεση επομένως της θεολογίας για τον Ιγνάτιο είναι όχι μόνο το ενδιαφέρον για τα ζωτικά προβλήματα των πιστών, αλλά και ο φωτισμός του αγ. Πνεύματος.
Γενικά το έργο του Ιγνατίου σημαίνει σπουδαίο και τολμηρό βήμα στην πορεία του βίου της Εκκλησίας. Σε αντίθεση προς τον Κλήμεντα Ρώμης και τη Διδαχή εδώ έχομε: Σαφή την ιεραρχική οργάνωση της Εκκλησίας και πλήρη, διότι για πρώτη φορά εμφανίζονται διακεκριμένα ο επίσκοπος, ο πρεσβύτερος και ο διάκονος. Η αντίληψη για την ταχεία έλευση του Κυρίου υποχωρεί απόλυτα στη θεολογία της ενότητος του ανθρώπου με το Χριστό. Η ΚΔ γίνεται η κυρία πηγή των εκκλησιαστικών συγγραφέων. Η χριστολογία είναι ευρύτερη και πληρέστερη, όπως μαρτυρούν οι στίχοι που ακολουθούν. 
«Εις ιατρός εστί,
σαρκικός και πνευματικός,
γεννητός και αγέννητος,
εν σαρκί γενόμενος Θεός…
και εκ Μαρίας και εκ Θεού
πρώτον παθητός και τούτο απαθής,
Ιησούς Χριστός ο Κύριος ημών» (Εφες.7,2) 
«Άρτον Θεού Θέλω, ο εστί σάρξ Χριστού…
και πόμα Θεού θέλω, το αίμα αυτού,
ο εστίν αγάπη άφθαρτος» (Ρωμ. 7,5)
τον υπέρ καιρόν (=Ιησούν) προσδόκα,
τον άχρονον, τον αόρατον,
τον δι ημάς ορατόν,
τον αψηλάφητον, τον απαθή.
Τον δι ημάς παθητόν» (Πολυκ. 3,2)

ΒΙΟΣ 
Σπανίως η ιστορία διέσωσε τόσα λίγα βιογραφικά στοιχεία για ένα τόσο μεγάλο άνδρα. Οι Επιστολές του Ιγνατίου είναι σχεδόν οι μόνες πηγές του βίου του. Αλλ’ επειδή τα κείμενα αυτά δεν είναι ιστορικά-βιογραφικά, γνωρίζομε ελάχιστα για το συντάκτη τους, παρά τη σχετική συμβολή του ιστορικού Ευσεβίου και του πολύ μεταγενέστερου Μαρτυρίου του Ιγνατίου. 
Ο Ιγνάτιος υπήρξε δεύτερος επίσκοπος Αντιόχειας. Η επισκοπία του αρχίζει από το 70 μ.Χ. Η γνωριμία του με αποστόλους είναι βέβαια. Το περιβάλλον στο οποίο γεννήθηκε και μορφώθηκε ήταν μάλλον ελληνικό, καθώς μαρτυρεί το ανεπτυγμένο γλωσσικό αισθητήριο των Επιστολών του. Τα κείμενα γενικά του Ιγνατίου προϋποθέτουν όχι μόνο καλή παιδεία, αλλά και αξιόλογο συγγραφικό τάλαντο με σαφή κλίση κι επιτυχία στον ποιητικό λόγο. Στην Αντιόχεια, που σαν άσημο χωριό υπάγεται σήμερα στην Τουρκία, κοντά στα σύνορά της με τη Συρία, είχε τη δυνατότητα ως νέος ο Ιγνάτιος να γνωρίση τα φιλοσοφικά και τα θρησκευτικά ρεύματα της εποχής του. Σε ποιά ηλικία έγινε επίσκοπος δε γνωρίζομε. Σίγουρα όμως το κύρος του και η πνευματική του εξουσία ξεπερνούσαν τα όρια της Αντιόχειας και κάλυπταν ολόκληρη τη Συρία, ενώ η φήμη του ήταν ακόμη ευρύτερη. Τούτο φαίνεται από το μεγάλο σεβασμό και την απέραντη εμπιστοσύνη, που του έδειξαν οι μικρασιάτες και οι ρωμαίοι χριστιανοί. Πρόκειται λοιπόν για επίσκοπο οικουμενικού κύρους.  
Στο διωγμό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τραϊανού συλλαμβάνεται κα καταδικάζεται σε κατασπαραγμό από θηρία στο Κολοσσαίο της Ρώμης. Πότε ακριβώς έγινε ο διωγμός αυτός δε γνωρίζομε. Ασφαλώς όμως συνέβη μεταξύ των ετών 107 και 117. Τότε ωδηγήθηκε ο Ιγνάτιος στη Ρώμη με τη συνοδεία στρατιωτών, που τους ονομάζει «λεοπάρδους». Έκανε όμως ενδιάμεσους σταθμούς στις μικρασιατικές πόλεις Φιλαδέλφεια, Σμύρνη και Τρωάδα, από την οποία συνέχισε το ταξίδι του μέσω Φιλίππων (Νεαπόλεως Μακεδονίας), Δυρραχίου (Αλβανίας) και Πρίντεζι (Ιταλίας). Στη Ρώμη έγινε βορά των θηρίων, αφού είχε θερμά ικετεύσει να μη φροντίσουν οι ρωμαίοι χριστιανοί για την αποτροπή του μαρτυρίου του. Το επίθετο «θεοφόρος», που χρησιμοποιεί για τον εαυτό του ο Ιγνάτιος, δεν έχει ερμηνευθή. Κατά την παράδοση θεοφόρος είναι, διότι υπήρξε το παιδί εκείνο που σήκωσε στα χέρια του ο Κύριος σαν υπόδειγμα αθωότητος (Ματθ. 18,1) ή διότι μετά το μαρτύριό του είδαν οι χριστιανοί χαραγμένο στο στήθος του το όνομα του Χριστού. Προφανές όμως είναι ότι θεοφόρος αυτοαποκλήθηκε, διότι ζούσε κατ’ εξοχήν το Χριστό και είχε συνείδηση της ρεαλιστικής σχέσεώς του με το Χριστό. Τη μνήμη του Θεοφόρου Ιγνατίου τιμά η μεν Ορθόδοξος Εκκλησία στις 20 Δεκεμβρίου, η δε Ρωμαϊκή την 1η Φεβρουάριου. 
ΕΡΓΑ 
Στις τελευταίες ημέρες της ζωής του ο Ιγνάτιος έγραψε επτά Επιστολές, οι οποίες του εξασφάλισαν την εξαιρετική τιμή του πρώτου μεταποστολικού μεγάλου θεολόγου και πρώτου Πατρός και Διδασκάλου της Εκκλησίας. Ίχνη, απηχήσεις ή μνείες άλλων έργων του δε σώθηκαν. Οι Επιστολές του όμως είναι τόσο σπουδαία φιλολογικά και θεολογικά κείμενα, ώστε θα είναι αφελές να δεχθούμε ότι ο Ιγνάτιος αίφνης, χωρίς προηγούμενη θητεία στη συγγραφή, έγινε στα γηρατειά του μεγάλος συγγραφέας. Οι Επιστολές εκφράζουν το ισχυρό και πολυσχιδές πνεύμα του Ιγνατίου, την πρωτοτυπία του στη σκέψη και στην έκφραση, την άνεσή του στην εναλλαγή ύφους. Έτσι ο λόγος του αλλού είναι λυρικός και αλλού δραματικός, άλλου αρμονικός και άλλου ελαττωματικός ή ασύντακτος. Αλλού δωρικός και αλλού πλαδαρός. Ο λόγος του είναι διαυγής, αλλά οι συριακοί ιδιωματισμοί τον κάνουν ενίοτε σκοτεινό, κάτι που οφείλεται και στον αυθορμητισμό και τον ενθουσιασμό του Ιγνατίου. Σε καμμιά περίπτωση δε φαίνεται να διαθέτη χρόνο για τη φιλολογική επιμέλεια της γραφής του. Γράφει κάτω από εξωτερική και εσωτερική πίεση. Τον πιέζουν τα προβλήματα των μικρασιατικών Εκκλησιών και η αλήθεια που πληρώνει το στήθος του. Ο αναγνώστης έχει ενίοτε την εντύπωση ότι ο λόγος αναπηδά βίαια σαν από κάποια υπερπληρωμένη πηγή. Εντούτοις ο ρυθμός και η ποιητική διάθεση ανήκουν στη φύση του Εγνατιανού λόγου. Παραλληλισμοί, αντιθέσεις, ισόκωλα, εικόνες και η αποφθεγματική διάθεση απαντούν σε κάθε βήμα. Ακόμη διαπιστώθηκε επίδραση της δευτέρας (ή ασιανικής) σοφιστικής και του στωϊκισμού. Έχομε λοιπόν συγγραφέα που μπορούσε να εκφράζεται με πολλούς τρόπους, χωρίς να ενδιαφέρεται γι αυτούς. Έχομε άνδρα που μπορούσε να ενδιαφέρεται με πάθος για τα προβλήματα όλων των Εκκλησιών, που νουθετούσε με τόση αγάπη και τρυφερότητα, ώστε να μη προσβάλη κανένα. Έχομε ιερόν άνδρα που έχει τη συναίσθηση ότι θεολογεί με την καθοδήγηση του Θεού και που εκφράζεται με απέραντη ταπεινοφροσύνη για τον εαυτό του και απόλυτη βεβαιότητα για την αλήθεια που εκφράζει.
Οι Επιστολές είναι επτά, και γράφηκαν η προς Εφεσίους, η προς Μαγνησιείς η προς Τραλλιανούς και η προς Ρωμαίους από τη Σμύρνη, ενώ η προς Φιλαδελφείς, προς Σμυρναίους και Πολύκαρπον από την Τρωάδα. Πρώτος μάρτυς των κειμένων αυτών είναι ο Πολύκαρπος Σμύρνης, που τα έστειλε -πλην της προς Ρωμαίους- εις τους Φιλιππησίους (13,2). Εν τούτοις επί δύο αιώνες συζητήθηκε η γνησιότης των επιστολών με αποτέλεσμα να γίνεται σήμερα από όλους δεκτή η προέλευσή τους από τον Ιγνάτιο. Το ζήτημα της γνησιότητος δημιουργήθηκε κυρίως, διότι με νόθευση και πλαστογράφηση των γνησίων επιστολών προέκυψαν τρεις συλλογές, η εκτενής (13 επιστολές), η μέση και η βραχεία (3 σε συριακή μετάφραση). Με αυστηρή κριτική έρευνα των Ruinart, Zahn, Harnack και μάλιστα του Lightfoot δείχθηκε ότι τις γνήσιες επιστολές (πλην της προς Ρωμαίους) διέσωσε η μέση συλλογή. Η προς Ρωμαίους ανευρέθηκε στον κώδικα Paris, gr. 1475 του Ι΄ αι. Οι νόθες επιστολές είναι έργα του Δ΄ αι., όπου θα γίνη σχετικά λόγος. Τελευταία τη γνησιότητα των επιστολών προσέβαλε χωρίς πειστικά επιχειρήματα ο R. Weijenborg. Βλ. κριτική του R. Staat εις ZKG 84(1973) 103.

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2025

Να προσέχεις τους Λογισμούς σου, και να μην σκέφτεσαι για κανέναν πώς είναι κακός!




68. Να προσέχεις τους Λογισμούς σου, και να μην σκέφτεσαι για κανέναν πώς είναι κακός, γιατί σε κάποια άλλη περίσταση μπορεί να δεις τον ίδιο άνθρωπο πού τώρα σου φαίνεται κακός με τελείως διαφορετικό μάτι. Συνεπώς, μην ακο­λουθείς λογισμούς πού σου παρουσιάζουν τα πράγματα όπως αυτοί θέλουν. Γιατί αν υπάρχει αγάπη, θα καλύψει και τα φταιξίματα των άλλων. Κι η απουσία της αγάπης προέρχεται από τον σκοτισμό της ψυχής. 
69. Οποίος δεν αγαπά τον γείτονα του και λέει πώς αγαπά τον Θεό βρίσκεται σε πλάνη, χωρίς να το αντιλαμβάνεται. Τίποτε δεν εξοργίζει τόσο τον Θεό, τίποτε δεν τον ερεθίζει όσο ό μοναχός πού κάνει το κελί του δικαστήριο, όπου αυτός σαν δικαστής κάθεται και κατακρίνει τους συντρόφους του για τις ανεπάρκειες τους. Κι εντού­τοις θεωρεί τον εαυτό του ως μετανοούντα, και προσεύχεται λέγοντας, «όπως εγώ συγχώρησα, συγχώρησε με!». 
70. Αν αυτός πού κρίνει όσους τον αδικούν κα­ταδικάζεται από την δικαιοσύνη τού Θεού, τί θα συμβεί άραγε με εμάς, πού κρίνουμε από μακριά πράξεις πού δεν μάς βλάπτουν; Αν δεν μπορείς να βλέπεις τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες των άλλων, αν δεν τις αντέχει ό νους σου, φύγε και πήγαινε κάπου άλλου. Δεν είναι δυνατόν να θεω­ρήσεις τον κάθε άνθρωπο αγαθό αν δεν έχεις αποκτήσει την ησυχία. 
71. Να είσαι ειρηνικός και ταπεινός, ώστε όλοι να σε συμπονούν. Ανάλογα με τον προσανατολι­σμό της ενέργειας της καρδιάς προς το αγαθό ή προς τους πειρασμούς, βλέπουμε τις εξωτερικές περιστάσεις με διαφορετικό μάτι. Να μην κατηγο­ρείς ούτε να διορθώνεις κανέναν, να μην έχεις τέτοιου είδους οίστρο και ταραχή στην ψυχή σου. Γιατί όποιος βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση οίστρου και ταραχής εξαιτίας των συνανθρώπων του δεν μπορεί να αξιωθεί την πνευματική ειρή­νη, διά της οποίας ενεργοποιούνται θεωρίες της αγαθότητας τού Θεού για τους κόσμους. Ό οί­στρος αυτός οφείλεται στον μετεωρισμό της διά­νοιας, γεννάται δηλαδή όταν αφήνει κανείς την διάνοια να μετεωρίζεται, σαν πλοίο χωρίς κυβερ­νήτη, εξετάζοντας τις πράξεις των άλλων. 
72. Αυτός πού μετεωρίζεται και εξοργίζεται εξαιτίας των κακών πράξεων των ανθρώπων δεν μπορεί να νεκρωθεί για τον κόσμο τούτο. 
73. Η συνεχής αναστάτωση εξαιτίας τού τρό­που ζωής των άλλων ανθρώπων έχει ως αιτία την υπερηφάνεια ή την βλακεία. Εκτός από τις δύο αυτές αιτίες, δεν υπάρχει άλλος λόγος για να εξοργιστεί κανείς με τους συνανθρώπους του. Γιατί για να θεωρεί πώς είναι ικανός να οδηγήσει τον καθένα στην αλήθεια, είτε νομίζει πώς οι δι­κές του αμαρτίες είναι μικρότερες απ' όλων των άλλων ανθρώπων, ή πώς δεν έχει καμιά, είτε φαντάζεται πώς γίνεται φίλος τού Θεού μισών­τας τους αμαρτωλούς. Αυτή ή αντίληψη είναι εντελώς βλακώδης και ξένη προς Κάθε αληθινή γνώση τού θεού. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν συνειδητοποιεί πώς οι άγιοι σήκωναν στους ώμους τους κάθε μορφή θανάτου για λογαριασμό κακών ανθρώπων, μέχρι και φονιάδων, ώστε με την αγάπη να τους φέρουν στον δρόμο τού Θεού. 
74. Όσοι έχουν επίγνωση τού σκοπού του Θεού, και αξιώθηκαν να γνωρίσουν πλήρως το θέλημα Του, είναι έτοιμοι να πεθάνουν για χάρη των αμαρτωλών, σαν τον Υιό Του. 
Ισαάκ του Σύρου Ασκητικά 
Τόμος Β1, 
Λόγοι Α΄-Γ΄

Αγία Αικατερίνη εν Ντεμεννά της Σικελίας


Αγία Αικατερίνη εν Ντεμεννά της Σικελίας
28 Ιανουαρίου

Η Αγία Αικατερίνη γεννήθηκε στις αρχές του 10ου αιώνος και ήταν αδελφή του Αγίου Λουκά του εν Ντεμεννά [5 Φεβρουαρίου]. Έμεινε χήρα σε νέα ηλικία μεγαλώνοντας τους δύο γιούς της Θεόδωρο και Αντώνιο εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Ενεδύθη το αγγελικό σχήμα μαζί με τους γιούς της και τοποθετήθηκε ηγουμένη σε μία Ιερά Μονή αφιερωμένη στην Υπεραγία Θεοτόκο στο όρος Αγρομόντε, όπου είχε αναστηλώσει ο αδελφός της Άγιος Λουκάς μαζί με μία εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιουλιανό. Η Αγία Αικατερίνη στάθηκε δίπλα στον αδελφό της, στις τελευταίες μέρες της ζωής του και τον έθαψε μαζί με τους μαθητές του στην εκκλησία του μοναστηριού του.

ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ


ΑΓΙΟΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ 

28 Ιανουαρίου

Η ΠΑΡΑΚΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΔΩ  

ΛΟΓΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ 
ΤΟΥ ΑΒΒΑ ΙΣΑΑΚ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ - ΕΔΩ

Ο αββάς Ισαάκ, ο πρίγκιπας των ερημιτών και μέγας διδάσκαλος της μυστικής ζωής, γεννήθηκε κατά το πρώτο ήμισυ του 7ου αιώνα, στον Μπέιτ Κατραγιέ, στην περιοχή του Κατάρ, στην νότια άκρη του Περσικού Κόλπου. Νέος ακόμη εισήλθε μαζί με τον αδελφό του στην Λαύρα του Αγίου Ματθαίου και, αφού προόδευσε αρκούντως στην οδό των αρετών, στην υπακοή και στην γνώση των Αγίων Γραφών, αποσύρθηκε στην ησυχία. Απαλλαγμένος από κάθε δεσμό με τον κόσμο, καθάρισε τον νου του με νηστεία, αγρυπνίες, αδιάλειπτα δάκρυα και προσευχή. Ο αδελφός του όμως εξελέγη ηγούμενος της Λαύρας και δεν έπαυε να τον πιέζει να επιστρέψει στην Λαύρα για την πνευματική ωφέλεια των αδελφών. 
Η φήμη του αγίου αναχωρητή έφθασε ως την Νινευί και οι πιστοί αυτής της ονομαστής πόλης κατόρθωσαν να πείσουν τον καθολικό (αρχιεπίσκοπο) Γιβαρτζή να τον χειροτονήσει επίσκοπο (περί το 648). Ο Ισαάκ υπάκουσε στο θέλημα του Θεού και άρχισε να καθοδηγεί με πολλή σοφία το πνευματικό του ποίμνιο. Δεν είχαν όμως περάσει ούτε πέντε μήνες, όταν δύο πιστοί που τον είχαν παρακαλέσει να λύσει τη διαφορά τους σχετικά με την εξόφληση ενός δανείου, απέρριψαν τις συμβουλές του και του είπαν: «Άσε για την ώρα στην άκρη τις διδαχές του Ευαγγελίου!». Αυτό ήταν αρκετό για να αποφασίσει ο άνθρωπος του Θεού να επιστρέψει πίσω στην έρημο, λέγοντας: «Εάν το Ευαγγέλιο δεν μπορεί να είναι εδώ παρόν, τι ήλθα να κάνω;». Παραιτήθηκε των καθηκόντων του και αποσύρθηκε στο όρος Ματούτ, στην περιοχή του Μπέιτ Χουζάγιε (σημ. Κουρδιστάν), όπου εγκαταβίωναν πολλοί ασκητές και κατόπιν εγκαταστάθηκε στην Μονή Αββά Σαμπούρ, στο όρος Τσουχτάρ (βόρειο Κουρδιστάν). 
Μελετούσε την Αγία Γραφή με τόσο ζήλο και έχυνε τόσα δάκρυα που έχασε το φως του. Αποξενωμένος από τον κόσμο, δεν έτρωγε παρά τρεις άρτους την εβδομάδα με μερικά λαχανικά, χωρίς ποτέ ν’ αγγίζει μαγειρεμένο φαγητό και η καρδία του φλεγόταν από αγάπη για όλους τους αδελφούς του, κάνοντας να αναβλύζουν σαν ζωογόνα νάματα ουράνιες διδαχές, τις οποίες κατέγραφαν οι μαθητές του. 
«Αγαπητοί», έγραφε, «έγινα πια μωρός, γιατί δεν αντέχω άλλο να κρύψω στη σιωπή το μυστήριο του Θεού, αλλά τουναντίον γίνομαι άφρονας για την ωφέλεια των αδελφών!» (Λόγος ΛΗ΄). Με ασύγκριτη τέχνη και λεπτότητα, μοναδική σε όλη την πατερική γραμματεία, περιγράφει όλες τις καταστάσεις της ψυχής που πορεύεται προς την λύτρωση και την ένωσή της με τον Θεό. «Πολλές φορές όταν τα έγραφα όλα αυτά, δεν είχαν δύναμη τα δάχτυλά μου να γράψουν πάνω στο χαρτί, μην αντέχοντας από την πνευματική ηδονή που ερχόταν και πλημμύριζε την καρδιά μου και έπαυε την λειτουργία των αισθήσεων» (όπ.π.). 
Το βιβλίο του αγίου Ισαάκ δεν αποτελεί συστηματική πραγματεία, αλλά είναι μάλλον μια μόνιμη πρόσκληση για προσευχή, ένα εφαλτήριο απ’ όπου η ψυχή φτερουγίζει προς την Βασιλεία του Θεού. Κατά τον αββά Ισαάκ, το πρώτο στάδιο της απελευθέρωσης από την υποδούλωση στον κόσμο και στα πάθη είναι η πίστη. Με την πίστη ο άνθρωπος αφυπνίζεται και αρχίζει τότε το έργο με την αποταγή, την νηστεία, την νίψη, την μελέτη της Αγίας Γραφής, την αγρυπνία και την προσευχή. Με την πίστη, που συνοδεύεται από αυτές τις ενάρετες πράξεις, μπορεί να εισέλθει μέσα του και να βρει στην καρδιά του την θύρα του ουρανού: «Ειρήνευσε μέσα σου και θα ειρηνεύσουν με σένα ο ουρανός και η γη. Κοίταξε να μπεις μέσα στο δωμάτιο που βρίσκεται εντός σου και θα αντικρίσεις μετά και τον χώρο τ’ ουρανού. Το ίδιο και το αυτό είναι το ένα και το άλλο. Με την ίδια είσοδο που θα κάνεις, θα βλέπεις και τα δύο ταυτόχρονα. Η κλίμακα εκείνης της βασιλείας είναι μέσα σου κρυμμένη στην ψυχή σου. Βούτηξε τον εαυτό σου μέσα στον καθαρμό από την αμαρτία και θα βρεις απ’ αυτόν αναβάσεις που μπορείς ν’ ανέβεις» (Λόγος Λ΄). 
Έχοντας ασπασθεί την ησυχαστική ζωή και την σιωπή -η οποία «είναι το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος» (Επιστολή Γ΄)- ο μοναχός (αλλά και κάθε αγωνιζόμενος χριστιανός) θα δει να αναδύονται μέσα του χωρίς προσπάθεια θαυμαστά που το ανθρώπινο πνεύμα δεν μπορεί να συλλάβει. Με την κάθαρση της καρδίας θα δυνηθεί να φθάσει και να προοδεύσει αδιάκοπα στην ταπείνωση, την αρετή που αποτελεί την «στολή της θεότητας», διότι αυτήν ακριβώς ενδύθηκε ο Λόγος του Θεού για να γίνει άνθρωπος (Λόγος Κ΄). «Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο κανένας δεν τον μισεί, κανένας δεν τον επιπλήττει με λόγια, κανένας δεν τον καταφρονεί. Γιατί αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπά ο δικός του ο Δεσπότης Χριστός κι έτσι αγαπιέται απ’ όλους· όλους τους αγαπά κι όλοι τον αγαπούν· όλοι τον θέλουν και όπου κι αν περάσει σαν άγγελο του φωτός τον βλέπουν. Ένας τέτοιος ταπεινός άνθρωπος πλησιάζει τ’ άγρια θηρία και με το που τον βλέπουν αυτά αμέσως ημερεύει η αγριότητά τους και τον πλησιάζουν σαν να είναι αυτός ο κύριός τους, με το κεφάλι κατεβασμένο γλείφοντας τα χέρια και τα πόδια του. Γιατί αισθάνθηκαν σ’ αυτόν τον ταπεινό άνθρωπο εκείνη την ευωδία που έβγαινε από τον Αδάμ πριν την παρακοή» (Λόγος Κ΄). Η ταπείνωση περικλείει όλες τις άλλες αρετές και μας παρέχει την καθαρότητα, η οποία μας κάνει να θεωρούμε τους πάντες καλούς ή αθώους (Λόγος ΜΘ΄). 
Προοδεύοντας στην ταπείνωση ο ησυχαστής θα αποκτήσει εμπειρία των διαδοχικών βαθμών της προσευχής, οι οποίοι οδηγούν από την επώδυνη προσευχή της μετανοίας στα εκούσια δάκρυα και, από εκεί, στα αυθόρμητα και αδιάκοπα δάκρυα που καθαρίζουν και φωτίζουν τον νου και που οδηγούν προς την καθαρά προσευχή. Κατόπιν, όταν φθάσει στην κατάσταση πέραν της προσευχής, πέρα από κάθε κίνηση και φθαρτή πραγματικότητα, τότε θα δει τον Θεό και θα εισέλθει στην Βασιλεία Του. 
Καρπός της προσευχής και σκοπός της, πάντα κατά τον αββά Ισαάκ, είναι η ένωση με τον Θεό εν αγάπη. Μετά από μακρά περίοδο ησυχαστικής βιοτής και μετά από συχνές επισκέψεις της θείας Χάριτος, ο καθαρμένος και ειρηνεμένος άνθρωπος θα γίνει για όλους ζωντανή εικόνα της αγάπης του Θεού και της ευσπλαχνίας Του. 
«Και τι σημαίνει ελεήμων καρδιά;», τον ρώτησαν. Και είπε: «Το να καίγεται κάποιος για όλη την κτίση· για τους ανθρώπους, για τα πουλιά και για τα ζώα, ακόμη και για τους δαίμονες, αλλά και για κάθε κτίσμα. Και μόνο από την μνήμη και την θεωρία τους, χύνουν οι οφθαλμοί του άφθονα δάκρυα. Από την πολλή και σφοδρή ελεημοσύνη που συνέχει την καρδιά του και από την πολλή καρτερία που δείχνει σε όλους, σμικρύνεται η καρδιά με την ταπείνωση και δεν μπορεί να βαστάξει ν’ ακούσει ή ν’ αντικρίσει την παραμικρή βλάβη ή λύπη να γίνεται κάπου στην κτίση. Γι’ αυτό τον λόγο και κάθε ώρα και στιγμή προσφέρει με δάκρυα ευχή για όλα τα άλογα όντα, για τους εχθρούς της αλήθειας, γι’ αυτούς που τον βλάπτουν, να τους λυπηθεί ο Θεός και να τους φυλάξει· το ίδιο συμβαίνει και για κάθε ερπετό στη γη, κι όλα αυτά από την πολλή ελεημοσύνη που κινεί άμετρα την καρδιά του, σύμφωνα με την κατάσταση της ομοιότητας του Θεού στην οποία έχει φτάσει και την οποία βιώνει» (Λόγος ΠΑ΄). 
Από μαρτυρίες ορισμένων χειρογράφων φαίνεται ότι η μνήμη του αγίου Ισαάκ εορταζόταν στο Άγιον Όρος στις 28 Σεπτεμβρίου. Μεταφέρθηκε κατόπιν στις 28 Ιανουαρίου για να συνδεθεί με εκείνη του αγίου Εφραίμ, αλλά τελικά δεν διατηρήθηκε στην ελληνική εκκλησιαστική παράδοση, ενώ μνημονευόταν στην ρωσική Εκκλησία. Ο αββάς Ισαάκ ανήκε στην συριακή Εκκλησία της Ανατολής, η οποία λόγω της απομόνωσής της εν μέσω της περσικής αυτοκρατορίας δεν ακολούθησε τις εξελίξεις του χριστολογικού δόγματος και έμεινε προσκολλημένη στην διδασκαλία του Θεόδωρου Μοψουεστίας, διδασκάλου του Νεστορίου. Μολονότι δεν απείχε από την διδασκαλία του Θεοδώρου, η περσική Εκκλησία ήταν ξένη στην αντίληψη του Νεστορίου περί «δύο υιών» και κατά ακυριολεξία αποκαλείται «νεστοριανή». Πρέπει, εξάλλου, να σημειωθεί ότι τα γραπτά του αββά Ισαάκ δεν φέρουν κανένα ίχνος χριστολογικής αίρεσης και η σπουδαία θέση που κατέχει στην ορθόδοξη παράδοση δικαιολογεί την σεβάσμια μνήμη που του αφιερώνεται. 
Το βιβλίο του αββά Ισαάκ μαζί με την «Κλίμακα» του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου [30 Μαρτ.–Δ΄ Κυριακή Νηστειών] είναι ο απαραίτητος οδηγός κάθε ορθόδοξης ψυχής για να βαδίσει προς τον Θεό με ασφάλεια. Γι’ αυτό και ένας σύγχρονος Γέροντας, ο Ιερώνυμος της Αίγινας (1883-1966), συμβούλευε να μην διστάσουμε ακόμη και να ζητιανέψουμε για να αποκτήσουμε ένα αντίτυπο των έργων του αββά Ισαάκ.
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2025

Ποία η σχέση ησυχίας και κοινωνικότητος;


 
Ο Άγιος Αυγουστίνος τονίζει πολύ την κοινωνικότητα του μονάχου.  Ποία η σχέση ησυχίας και κοινωνικότητος;  Όποιος μοναχός δεν κλείνεται στο κελί του- μοναχός σημαίνει κλείνομαι στο κελλί μου και αυτό μου διδάσκει τα πάντα- δεν θα γίνει ποτέ αληθινός μοναχός. Αλλά και ο μοναχός ο οποίος κλείνεται στο κελί του και αγνοεί την κοινωνία των αδελφών του, θα γίνει ένα τέρας δεν θα μάθει τίποτε. Διότι χωρίς βιωματική γνώση που απορρέει από την αίσθηση της κοινωνίας μας, το κελί γίνεται σταυροδρόμι δαιμονικών επηρειών. Γι’ αυτό και η άσκηση είναι το πιο φοβερό όπλο του δαίμονος. Η άσκηση είναι μοναδικό όχημα που οδηγεί στον ουρανό, αλλά είναι και ο δρόμος όλων των αιρετικών, των σχισματικών και των πεπλανημένων. Ο άνθρωπος του θεού δεν μπορεί να αγνοήσει τίποτε εάν θέλει να είναι άρτιος. Έλεγε ο παπα - Εφραίμ ότι δεν υπάρχει καλύτερη συσκηνία από δύο μοναχούς που ζουν μαζί. Πόσοι απομονωμένοι υπάρχουν στην έρημο! Μπορεί ο ένας να γίνει εγκρατής, ο άλλος να κάνει προσευχή, ο τρίτος να έχει συχνή θεία μετάληψη, αλλά ολοκληρωμένος άνθρωπος δεν γίνεται κανένας όταν ζει μόνος του. Όλοι έχουν προβλήματα. Γι’ αυτό και η εκκλησία θέτει ως κριτήριο της μονώσεως και της προσευχής την υπακοή. Η υπακοή σε βγάζει από τον εαυτό σου. Δεν ξέρεις πού θα είσαι αύριο τι θα σου πει ο ηγούμενος σου ύστερα. Δεν ξέρεις αν θα σου πει ναι ή όχι. Του λες ένα βίωμά σου και σου λέει, φύγε από δω του πονηρού είναι. Αυτή όμως είναι η ασφάλεια. Θα μου πείτε: τότε ποιος μπορεί να πάει στην ησυχία; Το μοναστήρι στέλνει στην ησυχία τον άνθρωπο που το διακόνησε, ο οποίος έχυσε τον ιδρώτα του και μούσκεψε τα θεμέλια του μοναστηριού με το αίμα του και τον κόπο του̇ επίσης, αυτόν που έχει πνευματικές δυνατότητες να ακμάσει στην ησυχία. Ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος ήταν ησυχαστής, αλλά τσεκούρωνε συνεχώς στον εαυτό του. Μη νομίζετε ότι τα πράγματα είναι όπως ακριβώς τα διαβάζετε. Ο Άγιος Γρηγόριος ήταν σπινθήρας̇ άναβε αμέσως και πετούσε και ανέβαινε πάνω στα ουράνια. Ήταν μια δυνατώτατη πνευματική ύπαρξη, μυστικός άγγελος εν σώματι. 
Λέμε πως ο Άγιος Γρηγόριος και ο Μέγας Βασίλειος ήταν φίλοι. Ο Άγιος Γρηγόριος όμως έχυσε δάκρυα από τη φιλία του αυτή. Ο Μέγας Βασίλειος τον πετούσε στην άκρη του κόσμου, ακριβώς για να κρατήσει ισορροπία και να είναι και οι δύο τους χρήσιμοι στην Εκκλησία. Μπορεί να είναι δύο άνθρωποι μαζί, αλλά να είναι άχρηστοι για την Εκκλησία. Όταν όμως ο καθένας πάρει τη θέση του, τότε γίνονται χρήσιμοι. Ο χαρακτήρας εμπνέει όταν βοηθά τον πνευματικό σκοπό.
 
ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ 
ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΑΣΚΗΤΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ 
Αρχ.Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου
σελ: 271

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025

Ο όσιος Κλήμης του Σαγματίου όρους, εγγύς των Θηβών

Ο όσιος Κλήμης του Σαγματίου όρους, εγγύς των Θηβών
26 Ιανουαρίου  
Ο όσιος Κλήμης καταγόταν από ευσεβή οικογένεια των Αθηνών και από μικρός έδειξε τις ευσεβείς διαθέσεις του. Φθάνοντας σε ηλικία τριάντα ετών, απαρνήθηκε τις ματαιότητες του κόσμου και εισήλθε στην Μονή Μυουπόλεως, την οποία είχε ιδρύσει ο όσιος Μελέτιος [1 Σεπτ.] στον Κιθαιρώνα της Βοιωτίας. 
Επί τρία χρόνια υπήρξε πρότυπο μοναχού στην υπακοή και στην ταπείνωση. Αγαπούσε ωστόσο να αποσύρεται για προσευχή στο Σαγμάτιο όρος που βρισκόταν εκεί κοντά. Η προσευχή του ήταν τόσο θερμή, ώστε ένας μοναχός τον είδε μια ημέρα σε έκσταση ενώ το σώμα του αγίου είχε υψωθεί έναν πήχυ πάνω από το έδαφος. 
Επιθυμώντας να αποφύγει τον θαυμασμό των ανθρώπων, ο Κλήμης έλαβε την ευλογία του αγίου Μελετίου να εγκαταβιώσει σε σπήλαιο βαλμένο σαν στύλος σε ένα ακρωτήρι του Σαγμάτιου. Εκεί πέρασε χρόνους πολλούς σε πλήρη απομόνωση από τον κόσμο, όμως η φήμη των αρετών και των χαρισμάτων που είχε λάβει παρά του Θεού προσείλκυσε κοντά του όλο και περισσότερους μαθητές, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν είτε σε σπήλαια τριγύρω είτε στο μονύδριο που βρισκόταν λίγο πιο πέρα, ώστε να ωφελούνται από την διδαχή του. 
Μετά τον θάνατο του οσίου Μελετίου, ο μοναχός που ανέλαβε την ηγουμενία της Μονής Μυουπόλεως απαίτησε να επανέλθει ο ασκητής στην κοινοβιακή ζωή. Καθώς ο Κλήμης αρνιόταν, θυμίζοντας ότι είχε λάβει από τον γέροντα την ευλογία να ζει ως ησυχαστής, ο ηγούμενος τον αφόρισε και παρέδωσε το όνομά του στο ανάθεμα. 
Λίγο καιρό αργότερα ο ηγούμενος αρρώστησε και αναγνωρίζοντας το λάθος του, ζήτησε να τον πάνε στον ασκητή για να τον συγχωρήσει. Καθώς όμως η κατάστασή του δεν επέτρεπε τέτοια μετακίνηση, παρέδωσε την ψυχή του επικαλούμενος την συγγνώμη του αγίου Κλήμεντος. 
Αργότερα η φήμη της αγιότητος τού ερημίτη του Σαγμάτιου όρους έφθασε έως τον αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, ο οποίος πρόσφερε στην υπό διαμόρφωση μονή ένα τμήμα του Τιμίου Ξύλου. 
Όταν έφθασε στο τέλος των αγώνων του, ο όσιος Κλήμης αρρώστησε βαριά, και αφού έδωσε τις τελευταίες παραινέσεις του στους μαθητές του παρέδωσε την ψυχή του εν ειρήνη στον Κύριο (αρχές 12ου αιώνα).
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

 

Ο άγιος Δαβίδ ο Ανακαινιστής, βασιλέας της Γεωργίας

 

Ο άγιος Δαβίδ ο Ανακαινιστής, βασιλέας της Γεωργίας 
26 Ιανουαρίου  
Ο άγιος Δαβίδ ήταν μόνον δεκαέξι ετών όταν ο πατέρας του, ο βασιλέας Γεώργιος, παραιτήθηκε του θρόνου υπέρ αυτού (1089). Την εποχή εκείνη οι χριστιανικοί λαοί του Καυκάσου ήσαν υπόδουλοι στους Τούρκους και τους Άραβες. Όμως, χάρη στην σοφία του και την πίστη του, ο βασιλιάς κατάφερε να αφυπνίσει το φρόνημα του λαού του για να απωθήσει τους κατακτητές. 
Μετά μια σειρά επιτυχιών, σημείωσε αναπάντεχη νίκη ενάντια στις ενωμένες δυνάμεις Περσών, Τούρκων και Αράβων στο Ντιντγκόρι (1121). Μπόρεσε τότε να ελευθερώσει το βασίλειο της Αρμενίας και να ανακτήσει από τους Άραβες την Τιφλίδα, πρωτεύουσα του βασιλείου της Γεωργίας. Απελευθέρωσε τους υποδούλους και παλινόρθωσε το βασίλειό του, που αποτελούνταν τότε από τα πριγκιπάτα της Αμπχαζίας, της Καχετίας και του Κάρτλι, και το οποίο γνώρισε επί των ημερών του πρωτοφανή ευημερία και δόξα. 
Αναδιοργάνωσε τον στρατό και την διοίκηση, και συνεκάλεσε Σύνοδο για να θέσει σε τάξη τα εκκλησιαστικά πράγματα και να καθαιρέσει τους ανάξιους κληρικούς. Ανακαίνισε ακόμη και ανοικοδόμησε πολλούς ναούς ανά το βασίλειο, ίδρυσε μονές και ένα πανεπιστήμιο. 
Εμπνευσμένος από τους Ψαλμούς του προφητάνακτος, του οποίου έφερε το όνομα και κατά την παράδοση ήταν απόγονός του, συνέθεσε θαυμαστά πνευματικά ποιήματα, τα «Άσματα της μετανοίας», όπου θρηνεί για την κατακτητική του διάθεση και τα σφάλματα της νιότης του. 
Παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό εν ειρήνη το 1125.
 
 
«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Τόμ. 5ος (Ιανουάριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

Απόπειρα δολοφονίας του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου


Απόπειρα δολοφονίας του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου
Από το πρωινό τούτο της 27ης του Νοέμβρη, ο Γρηγόριος είχε την επισκοπική ευθύνη για την Κωνσταντινούπολη. Στη διάθεσή του όλοι οι ναοί. Δεν είχε τυπικά ενθρονιστεί μα ήτανε κι αναγνωριζότανε απ’ όλους επίσκοπος κανονικός. Οι περισσότεροι αρειανοί και μάλιστα οι λαϊκοί ενώθηκαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μείνανε όμως αρκετοί φανατικοί και ιδιαίτερα κληρικοί, που κάνανε ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να βλάψουνε το Γρηγόριο. Συγκεντρώνονταν, οργάνωναν τη δράση τους και τις επιθέσεις τους. Φτάσανε στο σημείο να οργανώσουνε ακόμα και τη δολοφονία του Γρηγορίου. Εκεί έφτασε το μίσος. 
Τα μελετήσανε όλα σε όλες τις λεπτομέρειες. Πλησίασαν ένα δικό τους, ένα νεαρό και φανατικό. Του υποσχεθήκανε πολλά. Εκείνος δέχτηκε μ’ ευκολία. Και μ’ ένα θράσος φοβερό. Τη νύχτα, κλείνανε καλά τις πόρτες οι άνθρωποι του Γρηγορίου, γιατί πάντα φοβόντουσαν το κακό. Αποφασίστηκε, λοιπόν, να επιτεθεί ο δολοφόνος μια ώρα, που να μην έχει κόσμο στην αυλή του Αβλάβιου. Να μην υπάρχει άνθρωπος εκεί στην άκρη, στο χαμηλό σπιτάκι με το κελί του Γρηγορίου. 
Ήταν χειμωνιάτικο απόγευμα, προς το τέλος του Δεκέμβρη. Πήρε να σκοτεινιάζει γρήγορα. Ο κόσμος μαζεύτηκε νωρίς. Το χιονόνερο έστελνε βιαστικά τους ανθρώπους στα σπίτια τους. Οι αρειανοί όπλισαν μ’ ένα μαχαίρι το νεαρό δολοφόνο και τον έστειλαν εκεί που ήξερε. Με προφυλάξεις, έφτασε στο αρχοντικό του Αβλάβιου. Η μεγάλη πόρτα του κήπου ήτανε ανοιχτή. Την περίμενε κλειστή και παραξενεύτηκε. Μπαίνανε από κει όσοι πήγαιναν για το ναό της Αναστασίας. Τέτοια ώρα όμως κανείς δεν ερχόταν· ακολουθίες τέτοια ώρα, τέτοια μέρα, δε γίνονταν. Ο νεαρός δεν πολυσκέφτηκε. Δρασκέλισε αθόρυβα. Προχώρησε για το σπιτάκι με την πλάτη στο φράχτη, να παρακολουθεί, μήπως φανεί κίνηση. Το μυαλό και τα μάτια καρφωμένα στο σπιτάκι. Κίνηση εκεί καμία. Επομένως, δεν είχε ’ρθει ακόμα ο Θεόφιλος· αυτός που έκανε τις πρόχειρες δουλειές του σπιτιού. Προχώρησε ακόμα λίγο. Κοντοστάθηκε. Τα μάτια στο σπιτάκι. Έβλεπε μόνο το φωτάκι στο κελί του επισκόπου. Θα προσευχότανε ή θα διάβαζε. Αυτές τις μέρες ήτανε πάλι άρρωστος. Αποκλειόταν να κυκλοφορεί όρθιος. 
Περίμενε ακόμα λίγο και μ’ ένα σάλτο αθόρυβο βρέθηκε στην πόρτα. Την έσπρωξε μαλακά και μπήκε στο διάδρομο. Κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο κι έβλεπε απέναντί του τη μικρή πόρτα, στο κελί του Γρηγορίου. Το μυαλό και οι αισθήσεις του στο κελί. Μηχανικά παραμέρισε το ρούχο του, έβαλε το χέρι στη ζώνη κι έπιασε τη λαβή του μαχαιριού. Μια κρυάδα του ήρθε, αλλά έσφιξε καλά τη λαβή και τράβηξε το μαχαίρι έξω. Ασυναίσθητα το ‘φερε κοντά στα μάτια να το δει καλά, γιατί το σκοτάδι τον εμπόδιζε. Τότε ξαφνικά, ένας ελαφρύς θόρυβος τον έβγαλε από την προσήλωση. Ένας νέος άντρας έμπαινε από την πόρτα μ’ ένα λυχνάρι στο χέρι. Ο δολοφόνος δεν είχε να φύγει από πουθενά. Χαμένος, έμεινε ακίνητος. Τα μέλη του παράλυτα, το στόμα του σφαλισμένο. Ο Θεόφιλος σήκωσε ψηλά το λυχνάρι να δει καλά και κατάλαβε. Μέσα του ένιωσε τρόμο. Άρχισε να τρέμει και να τραυλίζει. Όμως δεν ήτανε καιρός. Φτάσανε οι εκπρόσωποι ενός ναού, που θέλανε να δουν τον επίσκοπο - γι’ αυτό έμεινε η έξω πόρτα ανοιχτή. Οι εκπρόσωποι πατούσαν κιόλας το σκαλοπάτι του σπιτιού. Ο Θεόφιλος, χωρίς να σκεφτεί, οδηγημένος από κάποια δύναμη, σηκώνει το αριστερό του χέρι και παίρνει απλά το μαχαίρι από το νεαρό, που έστελε σαν κεραυνωμένος. 
Μπήκανε οι επισκέπτες. Ο Θεόφιλος τους άνοιξε την πόρτα του κελιού, γύρισε, πολύ φυσικά τώρα, έπιασε από το χέρι το νεαρό και τον έβαλε κι αυτόν στο κελί. 
Ο άρρωστος επίσκοπος ανασηκώθηκε λίγο στο μαξιλάρι, να τους βλέπει και να τον βλέπουνε. Οι εκπρόσωποι του λέγανε, αυτά που είχανε να πουν. Μα το διαπεραστικό μάτι του Γρηγορίου στάθηκε σ’ ένα πρόσωπο σκοτεινό και ωχρό σαν πανί. Ο νεαρός με το μαχαίρι στεκότανε θλιμμένος, με κατεβασμένα τα μάτια, το χρώμα είχε χαθεί από τα μάγουλά του. 
Καμιά φορά φύγανε οι εκπρόσωποι. Τότε ο νεαρός έπεσε στα πόδια του Γρηγορίου. Γονατιστός τον αγκάλιασε πάνω στο ξύλινο κρεβάτι κι έκλαιγε με λυγμούς. Τον ρωτούσε απορημένος ο Γρηγόριος κι αυτός μόνο έκλαιγε και βογκούσε. Ρώτησε πάλι και πάλι, απάντηση καμία. Στενοχωρήθηκε ο επίσκοπος και, βλέποντας το νεαρό να κλαίει συνέχεια, δάκρυσε κι ο ίδιος από συμπόνια. Ο Θεόφιλος, που βγήκε να ξεπροβοδίσει τους επισκέπτες, γύρισε στο κελί. Ακούοντας πάλι το δακρυσμένο επίσκοπο να ρωτάει το νεαρό, ποιος είναι και τί έπαθε, έδωσε κείνος την απάντηση: 
- Ο φονιάς σου είναι, γέροντα. Τώρα δα ήταν έτοιμος. Κι αν δεν προλάβαινα, τώρα δε θα ρωτούσες, ούτε και θα μας έβλεπες, σ’ έσωσε ο Θεός.
- Μα τούτος κλαίει, παιδί μου, πώς είναι δυνατό; έκανε ο Γρηγόριος.
- Κλαίει γιατί τον χτύπησε η συνείδηση. Του ‘γίνε θηλιά και πάει να τον πνίξει, έγινε ο δήμιός του, πρόσθεσε ο Θεόφιλος.
Περάσανε ακόμα λίγα λεπτά κι ο νεαρός συνήλθε. Του ‘γνεψε και πλησίασε στην κορυφή του κρεβατιού. Εκείνος γονάτισε κι ο Γρηγόριος έβαλε το ιερό του χέρι στο κεφάλι του μετανοημένου. Τον συγχώρεσε και τού ‘πε λίγα λόγια: 
- Ο Θεός να σ' ελεήσει και να σε σώσει, παιδί μου. Για μένα, που τόσα χρόνια είμαι δικός του και σωσμένος, δεν είναι δύσκολο να φανώ και στο σφαγέα μου καλός. Μόνο πια τώρα, κοίτα να γίνεις καλός, καθώς πρέπει σε μένα και στο Θεό.
Η απόπειρα δολοφονίας μαθεύτηκε σ’ όλη την Πόλη, που μέρα με τη μέρα μαλάκωνε και αγαπούσε περισσότερο το Γρηγόριο. Μαλάκωνε η καρδιά και πολλών πρώην φανατικών αρειανών. Πολλοί, μάλιστα, τρυπώνανε αθέατοι στο κελί του, να ζητήσουνε συγχώρηση για όσα του είχανε κάνει. Και δεν του είχανε κάνει λίγα. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς. Τους πολλούς λιθοβολισμούς, ότι παραλίγο να τον σκοτώσουνε τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, τις βρισιές, τα ομαδικά γιουχαΐσματα, τις κατάρες, την απόπειρα δολοφονίας.

Εκείνος πάραυτα δεν έστελνε τους κρατικούς υπαλλήλους να συλλάβουνε τους καταχραστές αρειανούς. Δεν ήθελε να δείξει ότι για χρήματα κινεί τέτοιες διαδικασίες. Ούτε κι ο ίδιος αναμίχτηκε στα οικονομικά, μέχρι το καλοκαίρι του 381, που έμεινε στην Πόλη ως επίσκοπος. Υπερβολή κι αυτό. Μα δεν άντεχε το πιο εκμαυλιστικό από τα κοσμικά πράγματα· τα χρήματα. Έφτασε στο σημείο να μην παρακολουθεί τι γίνεται με την κληρονομιά του πατέρα του και της μητέρας του. Κτήματα μεγάλα και υποστατικά. Πολλά τα ’χε δώσει με λόγο σ’ αυτούς που τα καλλιεργούσαν. Άλλα μπαίνανε και του τα παίρνανε γείτονες και συγγενείς. Τα υπόλοιπα τα επιβλέπανε άνθρωποί του. Εκείνος ούτε να ξέρει δεν ήθελε. Αγαπούσε τη φτώχεια και ζούσε σαν ασκητής. Άλλωστε σε λίγους μήνες, στις 31 Μαΐου του 381, θα κάνει διαθήκη, για να δώσει από δω κι από κει όλα τα υπάρχοντά του, να μην τον βαραίνει τίποτα στη γη. Ήτανε τότε πενήντα ενός χρόνων. Πολλά τ’ άφηνε στην Εκκλησία της Ναζιανζού· άλλα για πτωχοτροφείο κι άλλα πάλι αλλού.

 Στυλιανού Παπαδόπουλου,

Ο πληγωμένος αετός, 

εκδ. Αποστολική Διακονία, 

σελ. 232-236 

Δημοφιλείς αναρτήσεις