Σάββατο 11 Απριλίου 2026

ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΟΜΙΛΙΑ 4 ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΣΑΒΒΑΤΟ


 

ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

ΟΜΙΛΙΑ 4 

ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

«Ποιός μπορεί να μιλήσει για τα έργα της δύναμης του Κυρίου και να κάνει ν’ ακουστούν οι ύμνοι που του αρμόζουν;».1   Ποιός θα περιγράψει το αχανές πέλαγος της αγαθότητάς του; Ποιός θα πει την απεριόριστη αγάπη προς τους δούλους του; Ποιός τη συγκατάβασή του που υπερβαίνει το νου; Ποιός θα πει την ευσπλαγχνία του προς εμάς και την ανείπωτη κηδεμονία που πηγάζει απ’ αυτήν; Δεν υπάρχει κανένας ακόμα κι αν μιλά τις γλώσσες των αγγέλων και των ανθρώπων, ούτε κι αν έχει συγκεντρώσει μέσα του όλη την ανθρώπινη γνώση. Γιατί, αν και είναι πρόθυμο το πνεύμα, όμως η γλώσσα είναι αδύναμη να μιλήσει και ο νους θολός για να κατανοήσει. Είναι ομολογουμένως μεγάλο το μυστήριο της θείας οικονομίας, που δεν το χωράει ο νους, αλλά η πίστη μόνο μπορεί να το χωρέσει, και χρειάζεται αγνότητα ψυχής συνοδευομένη από φόβο και πόθο Θεού. Γιατί δεν είναι δυνατό να επιτύχουμε αλλιώς την κάθαρση της ψυχής, παρά μόνο με θείο φόβο και έρωτα. Ούτε επίσης είναι δυνατό να δεχτούμε το θείο φωτισμό, αν δεν καθαρθεί προηγουμένως η οπτική δύναμη της ψυχής. Γιατί το Θείο είναι  απρόσιτο για τους βέβηλους  και μόνο όσοι έχουν καθαρή καρδιά θα δουν το Θεό, όπως είπε ο Χριστός ή όντως αλήθεια.2  

Αλλά και κατά τη θεοφάνεια που έγινε παλαιά στον Μωυσή στη βάτο παίρνει εντολή να βγάλει πρώτα το υπόδημα κι έτσι να πλησιάσει στο σύμβολο που έβλεπε.3  Η αφαίρεση των υποδημάτων δηλώνει την απόθεση των νεκρών και χαμαιζήλων εννοιών.4  Κι όταν πάλι κάπνιζε το όρος Σινά κατά τη θεία νομοδοσία, δεν ανέβαιναν όλοι, αλλά η άνοδος όσων ανέβαιναν ρυθμιζόταν σχετικά με την κάθαρση. Αν λοιπόν στα σύμβολα είχε νομοθετηθεί η κάθαρση από κάθε ρύπο, πόσο καθαροί και θεοειδείς πρέπει να μένουν όσοι μέλλουν να πλησιάσουν τα αληθινά και πρωτότυπα; Ας καθαίρομε λοιπόν τους εαυτούς μας, αδελφοί, από κάθε γήινο φρόνημα και κάθε φροντίδα και κάθε βιοτική θόλωση, για να δεχθούμε ολόφωτες τις φωτοειδείς μαρμαρυγές του  θείου Λόγου και να θρέψομε τις ψυχές μας με τον πνευματικό άρτο, την τροφή των αγγέλων. Και μπαίνοντας μέσα στα άδυτα, να κατανοήσομε με καθαρότητα τα θεία πάθη του απαθούς, τα σωτήρια για όλον τον κόσμο.

Σήμερα αποκαλύπτεται το μυστήριο το κρυμμένο από αιώνες˙ σήμερα φτάνει στο τέλος της η ολοκλήρωση της θείας οικονομίας˙ σήμερα προστίθεται η κορωνίδα της σάρκωσης του θείου Λόγου˙ σήμερα γίνεται φανερή σ’ όλους η άβυσσος της θείας αγάπης. Γιατί τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός Λόγος τον κόσμο, ώστε με την ευδοκία του Πατέρα να κατεβεί για να σαρκωθεί,5  να φορέσει ο άυλος το βάρος της υλικής σάρκας και, αφού δεχθεί τα πάθη γι’ αυτόν που από τη φύση του τα υποφέρει και γίνει πάθος με το θάνατό του, να ντύσει με την απάθεια εμάς τους καθαρούς. Από δε προέρχεται η πείνα και η δίψα και ο ύπνος και η κόπωση και η λύπη και η αγωνία και η δειλία, δηλαδή η ουσιαστική άφεση της ζωής. Από δω ο σταυρός και το πάθος και ο θάνατος2, από τη δική μας φύση. Αυτά είναι τα φυσικά γι’ αυτήν πάθη, τ’ αδιάβλητα πάθη της σύνθεσής μου. Γιατί τα πάθη αυτά δεν αρνήθηκε να τα δοκιμάσει, ώστε, αφού κινηθούν και μέσα σ’ αυτόν και υποδουλωθούν από αυτόν, να γίνουν και από εμάς υποχείρια. 

Ο Χριστός είναι επάνω στο σταυρό˙ ας συναχθούμε και ας γίνομε κοινωνοί των παθημάτων του, για να γίνομε κοινωνοί και της δόξας του.6  Ο Χριστός είναι ανάμεσα στους νεκρούς˙ ας νεκρωθούμε για την αμαρτία, για να ζήσομε με δικαιοσύνη. Ο Χριστός τυλίγεται μέσα στα σπάργανα και σε καθαρά σεντόνια˙ ας απαλλαγούμε από τις φασκιές της αμαρτίας κι ας ντυθούμε τη θεία αίγλη. Ο Χριστός βρίσκεται στο καινό μνημείο˙ ας καθαρίσομε τους εαυτούς μας από την παλαιά ζύμη κι ας γίνομε νέο φύραμα, για να γίνομε κατοικία του Χριστού.7  Ο Χριστός είναι στον άδη˙ ας συγκατεβούμε μαζί του στην ταπείνωση που ανεβάζει στο ύψος, για να συναντηθούμε μαζί του και να συνυψωθούμε και να συνδοξαστούμε, βλέποντας πάντοτε το Θεό και βλεπόμενοι από αυτόν. Δεχθείτε την ελευθερία, όσοι την περιμένετε εδώ και αιώνες˙ οι φυλακισμένοι, βγείτε από τη φυλακή˙ όσοι ήσαστε στο σκότος, βγείτε στο φως8˙ οι αιχμάλωτοι ελευθερωθείτε9˙ οι τυφλοί, ξαναδείτε˙ ξύπνα, Αδάμ, που κοιμάσαι και αναστήσου από τους νεκρούς. Γιατί φανερώθηκε ο Χριστός, η ανάστασή μας.10  Αλλά, αν νομίζετε, ας αρχίσουμε το λόγο μας από παλαιότερα˙ γιατί έτσι θα γίνει και σαφέστερος και πιο πειστικός και θα βαδίσει από ομαλό δρόμο. Ευχηθείτε να μου δοθεί ο θείος φωτισμός του αγίου Πνεύματος, που χωρίς αυτόν οι σοφοί γίνονται ανόητοι, ενώ μαζί μ’ αυτόν οι αγράμματοι γίνονται πιο σοφοί από τους σοφότατους. 

Ο Θεός είναι αίτιος όλων και ο ίδιος δεν προέρχεται από κάτι, και γι’ αυτό είναι και αγέννητος. Έχει μέσα του Λόγο αυτοϋπόστατο, συναΐδιο, που γεννιέται από αυτόν χωρίς ροή κι έξω απ’ το χρόνο και που δεν χωρίζεται ποτέ από τον Πατέρα. Είναι τέλειος Θεός, όμοιος σε όλα μ’ αυτόν που τον γέννησε, εκτός από το ότι δεν γεννήθηκε, όμοιος στην ουσία και στη δύναμη, στη θέληση και στην ενέργεια, στη βασιλεία και στην κυριότητα. Δεν είναι χωρίς αίτιο, αφού προέρχεται από τον Πατέρα. Δεν έχει κάποια χρονική αρχή˙ γιατί δεν υπήρχε κάποτε ο Πατέρας, χωρίς να υπήρχε ο Υιός. Γιατί ο Πατέρας είναι Πατέρας του Υιού και δε θα είναι Πατέρας αν δεν υπάρχει ο Υιός, που έχει την ύπαρξή του μαζί με τον Πατέρα και γεννιέται από αυτόν χωρίς διάσταση από αυτόν και που μένει μέσα του χωρίς να εξέρχεται, που είναι η σοφία εκείνου που τον γέννησε και δύναμη ενυπόστατη, Θεός από τη φύση του, ομοούσιος με τον Πατέρα, και που δεν γνωρίζεται χωρίς το Πνεύμα˙ γιατί και το Πνεύμα το άγιο εκπορεύεται από τον Πατέρα και είναι ομοδύναμο, με τον ίδιο σκοπό και τις ίδιες ενέργειες και την ίδια δύναμη, συναΐδιο, ενυπόστατο, που προέρχεται από τον Πατέρα όχι με τον τρόπο του Υιού, αλλά με εκπόρευση. Είναι άλλος αυτός ο τρόπος της ύπαρξης, θεϊκός κι ακατανόητος. Είναι όμοιο σε όλα με τον Πατέρα και τον Υιό, αγαθό, ηγεμονικό, Κύριο, δημιουργό, Θεός εκ φύσεως, ομοούσιο με τον Πατέρα και τον Υιόν, συμβασιλεύει, συνδοξάζεται και συμπροσκυνείται μαζί τους από όλη την κτίση. 

Αυτό είναι εκείνο που εμείς λατρεύομε˙ Πατέρας, γενήτορας Υιού, αγέννητος, γιατί δεν προέρχεται από κανένα˙ Υιός γέννημα του Πατέρα, αφού έχει γεννηθεί από αυτόν˙ Πνεύμα άγιο, του Θεού και Πατέρα, επειδή εκπορεύεται από αυτόν˙ λέγεται Πνεύμα και του Υιού, επειδή φανερώνεται και μεταδίδεται από αυτόν στην κτίση, αλλά δεν έχει από αυτόν την ύπαρξή του. Είναι ένας Θεός, επειδή είναι μία θεότητα, μία δύναμη, μία ουσία, μία βούληση, μία ενέργεια, αμέριστη σε μερισμένες και χωριστές υποστάσεις, δηλαδή στις ιδιότητες της ύπαρξης. Γιατί μόνος ο Πατέρας έχει το αγέννητο, μόνος ο Υιός το ότι γεννήθηκε από τον Πατέρα χωρίς αρχή και χρόνο αλλά αΐδια, και μόνο το Πνεύμα εκπορεύεται χωρίς χρόνο και αΐδια. Μία τριάδα, απλή, ασύνθετη, ουσία άπειρη, φως ακατάληπτο, δύναμη απεριόριστη, πέλαγος αγαθότητος, ένας Θεός που δοξολογείται αμέριστα σε τρεις τέλειες υποστάσεις. 

Αυτός έκανε τους αγγέλους από το μηδέν, τον ουρανό, τη γη και όλα όσα περιέχουν αυτά˙ τον πύρινο αιθέρα και την άβυσσο των νερών˙ τον αέρα, το ταμείο της αναπνοής και το ολοδιάφανο όχημα του φωτός, πόλο δεύτερο που στηρίζεται στο νερό, μεταίχμιο των νερών του ουρανού και της αβύσσου, που του έδωσε και τ’ όνομα ουρανού11˙ τον ήλιο που λάμπει, τον εργάτη το διπλοπόρευτο της ημέρας και της νύχτας, που πυρπολεί τα πάντα με τις απαστράπτουσες μαρμαρυγές του˙ τη σελήνη που καταφωτίζει τη νύχτα και συγκερνά τη φλόγωση της ηλιακής λάμψης˙ αυτά τα άστρα τα κοσμήματα του στερεώματος και όλα τα επίγεια˙ τα κάθε λογής άνθη και πολυχρήσιμα, που δίνουν τους σπόρους για τα χόρτα, τα καρποφόρα δένδρα, τα ωραιότατα στολίδια της γης˙ τις κάθε λογής κατηγορίες των ζώων, τα κτήνη τα πελώρια και θαυμαστά που κολυμπούν˙ τα διάφορα είδη των ερπετών, τα φτερωτά πουλιά, που γεννήθηκαν από τα νερά, πετούν όμως στον αέρα και ζουν πάνω στη γη˙ καθώς και άλλα ζώα από τη γη τα ατίθασα θηρία και ομάδες ζώων εξημερωμένων. Όλα μαζί είναι απόδειξη της μεγαλουργίας του και τροφή εκείνου που θα πλαθόταν σύμφωνα με τη θεία εικόνα. 

Τελευταίο απ’ όλα έκαμε, σαν κάποιο βασιλιά, το πολυθρύλητο ζώο, τον άνθρωπο, που τον τίμησε με το ίδιο του το χέρι, συγκροτώντας το σώμα του από τη γη και δημιουργώντας την ψυχή του με τη θεία ζωοποιό εμπνοή12  (εννοώντας με αυτό το άγιο Πνεύμα, το ζωοποιό και δημιουργό και τελειοποιό και που αγιάζει τα σύμπαντα), που δεν προϋπήρχε και έπειτα την έκλεισε στο σώμα (μακριά το κακόηχο και η ατοπία της φλυαρίας του Ωριγένη), αλλά που τη συγκρότησε από το μη είναι μέσα στη σύνθετη διάπλασή μας.

Αυτόν λοιπόν, αυτόν τον άνθρωπο, που σύμφωνα με την εικόνα του τον κατασκεύασε νοερό μαζί και λογικό, να φέρει πνεύμα ζωής, τον κάνει κοινωνό της χάριτός του και πολιούχο του παραδείσου που φύτεψε στις ανατολές. Γιατί Εδέμ ονομάζουν οι Εβραίοι την τρυφή˙ του χάρισε βιοτή μακάρια, πανόλβια, απαλλαγμένη από κάθε μέριμνα, ξεκούραστη, απ’ όπου δραπέτευε κάθε οδύνη, λύπη και στεναγμός. Σαν κανένας άλλος άγγελος επάνω στη γη υμνούσε το Θεό που τον είχε πλάσει, εμφορημένος από θείες έννοιες και μέσω όλης της κτίσης οδηγόταν προς τον γενεσιουργό της που γι’ αυτό και είχε πλαστουργηθεί. Αν πει κανένας, νομίζω, πως τούτο είναι το ξύλο της ζωής ολόκληρο και πλήρες, αδιαίρετο και που προκαλεί μόνη τη μέθεξη του καλού κατά τρόπο πνευματικής ανύψωσης, δε θα κάνει λάθος. 

Δεν άντεξε όμως ο εφευρέτης της κακίας, ο πατέρας του ψεύδους, το φίδι ο διάβολος ο δημιουργός του φθόνου, να βλέπει τον άνθρωπο να χαίρεται μέσα σε τόση αφθονία αγαθών. Του επιτίθεται λοιπόν, επιδιώκοντας να του στερήσει τα αγαθά. Υποκρίνεται εύνοια, τον ανατρέπει όμως εξαπατώντας τον και τον ρίχνει κάτω πτώμα, πιο θλιβερό από όλα τα πτώματα. Και προσέχετε ποιο ήταν το δόλωμα. 

Ποιό είναι το πιο υψηλό από όλα; Ποιό είναι το μόνο υψηλότερο; Είναι φανερό πως είναι ο Θεός, ο επέκεινα όλων και αίτιος όλων. Ποιο λοιπόν άλλο είναι πιο αγαπητό από τον Θεό; Δεν υπάρχει τίποτε. Εξαπατώντας τον άνθρωπο με αυτή την επιθυμία, τον πείθει να γευτεί το ξύλο της γνώσης, αφού πρώτα λεηλάτησε την γυναικεία απλότητα. Είναι στη φύση της κακίας να παίρνει το προκάλυμμα του καλού˙ καλύπτει δηλαδή τα αίσχη της με την αρετή. Τη λαίμαργη γεύση του ξύλου αυτού ο παντογνώστης την απαγόρευσε για το συμφέρον του Αδάμ. Γιατί του είπε˙ «θα δοκιμάσεις και θα φας από κάθε δένδρο του παραδείσου˙ από το δένδρο όμως της γνώσης του καλού και του κακού, από αυτό δεν θα φάτε, κι ούτε καν θα το αγγίξετε˙ τη μέρα που θα φάτε από αυτό, θα πεθάνετε δίχως άλλο».13  Αν θελήσεις να εννοήσεις κι ένα δένδρο που είχε φυτευθεί για έλεγχο και δοκιμή της υπακοής και της παρακοής του και γι’ αυτό ονομάστηκε δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού ή δένδρο που παρέχει γνωστική ικανότητα σ’ αυτούς που κοινωνούν από τη φύση του, δε θα κάνεις λάθος στο ορθό. 

Η γεύση του δένδρου αυτού ήταν ανώφελη πριν από την τελείωση. Γιατί όταν γεύτηκε ένιωσε πως ήταν γυμνός κι αναζητούσε να σκεπαστεί κι απασχολούνταν και ανησυχούσε για την επιμέλεια του σώματός του, εγκαταλείποντας την κατανόηση του θείου, κι έτσι απογυμνώνεται από τη χάρη και ντύνεται τη φθορά και στρέφεται προς τη γη και γίνεται εξόριστος του παραδείσου και καταδικάζεται σε ιδρώτα και κόπους και θάνατο. Δεν είναι του δένδρου γέννημα ο θάνατος,14    γιατί δεν έκανε ο Θεός το θάνατο, αλλά η παράβαση είναι που επισύρει το θάνατο. Από αυτό πήρε άδεια η αμαρτία και με υποδουλώνει τον τρισάθλιο και προκαλεί μέσα μου κάθε είδους κακία και σαν αλάτι αλατίζοντας και κάνοντας νόστιμο το φαγητό, με παραδίδει σε θάνατο. 

Τί λοιπόν; Ο από τη φύση του συμπαθής, αυτός που μας έδωσε το είναι και μας χάρισε το εύ είναι, παρέβλεψε για το ίδιο του το πλάσμα το εξαιρετικά τιμημένο, το προσφιλέστατο που βασανιζόταν τόσο σκληρά; Καθόλου. Αλλά, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του αποστόλου,15 «αφού ο Θεός τα παλιά χρόνια μίλησε στους προπάτορες πολλές φορές και με ποικίλους τρόπους μέσω των προφητών, σ’ αυτούς εδώ τους έσχατους καιρούς μίλησε σ’ εμάς μέσω του Υιού» του μονογενούς και ομοούσιου, που έστειλε στον κόσμο για να επαναφέρει τον πλανημένο άνθρωπο στην αρχαία του μακαριότητα. Και τί γίνεται; Ώ μέγεθος αγαθότητας. Τα άσμιχτα σμίγουν˙ τα υπερφυσικά παίρνουν φυσική ύπαρξη˙ «όσα δεν είδαν μάτια κι αυτιά δεν άκουσαν και δεν ανέβηκαν στην καρδιά του ανθρώπου»,16  τώρα τα βλέπομε και τα ακούμε και τα λέμε και τα πιστεύομε. Ποιό είναι αυτό; Ο Υιός του Θεού και Θεός γίνεται Υιός του ανθρώπου, μεσίτης Θεού και ανθρώπων. Χωρίς να χάσει την ιδιότητα του Θεού, μένοντας άτρεπτος, ούτε προσχηματίστηκε το να είναι άνθρωπος. Γιατί είναι αψευδής και κάθε δόλος και απάτη είναι τελείως ξένα στη θεία αγαθή θέληση˙ αλλά έγινε αληθινά άνθρωπος στη φύση, χωρίς καμμιά τροπή και σύγχυση, για να χαρίζει αληθινά στη φύση μας τη σωτηρία. 

Είναι λοιπόν τέλειος Θεός, γιατί σ’ αυτόν κατοικεί σωματικά όλο το πλήρωμα της θεότητας17˙ και τέλειος άνθρωπος, για να σώσει ολόκληρο τον άνθρωπο˙ γιατί ό,τι δεν προσλαμβάνεται μένει αθεράπευτο. Είναι ένας και ο αυτός με δύο τέλειες φύσεις, χωρίς να τον διακρίνει καμιά διαίρεση της μιας από την άλλη. Κατά την υπόσταση ταυτίζεται με την ίδια του τη σάρκα, ενώ κατά τη φύση με τον Πατέρα και το Πνεύμα ως Θεός ομοούσιος, και μ’ εμάς πάλι ως άνθρωπος που έγινε συμφυής και ομόφυλος, έχοντας όλη την ουσία του πρώτου Αδάμ, από όσα δηλαδή προέρχεται ο άνθρωπος και από όσα σύγκειται και όσα είναι ο άνθρωπος, ήτοι σώμα θνητό και ψυχή νοερή και αθάνατη, λογική, αυτεξούσια, που θέλει και ενεργεί˙ γιατί το ζώο που στερείται ένα από όλα αυτά δεν είναι άνθρωπος. Από την αγία Παρθένο πήρε σάρκα εμψυχωμένη με ψυχή λογική και νοερή και αφού ενώθηκε μ’ αυτήν με την υπόστασή του και κυοφορήθηκε έγινε Θεός ένσαρκος, ένας Υιός και Χριστός και Κύριος, κι έκανε Θεοτόκο εκείνη που τον γέννησε. 

Αν δεν ήταν ένας στην υπόσταση, πώς «έγινε ο Λόγος σάρκα»; Μ’ αυτό δηλώνει το άγιο Πνεύμα όχι ότι ο Λόγος μεταβλήθηκε σε σάρκα,18   αλλά ότι ενώθηκε με τη σάρκα κατά την υπόσταση. Ή πώς «ο μονογενής Υιός, που ήταν μέσα στους κόλπους του Πατέρα»,19 λέει, το εξήγησε; Ο άνθρωπος που έβλεπαν αυτός το εξήγησε˙ αυτός, αν δεν ήταν και Θεός, πώς θα πιστευθεί ότι είναι στους κόλπους του Πατέρα; Ή πώς λέει, «κανένας δεν ανέβηκε στον ουρανό, παρά αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Υιός του ανθρώπου που είναι στον ουρανό»20; Δεν είχε ακόμα ανεβεί σωματικά στον ουρανό, πράγμα που και μετά την ανάστασή του είπε˙ «δεν ανέβηκα ακόμα στον Πατέρα μου».21  Ή πώς «αυτός που κατέβηκε είναι κι αυτός που ανέβηκε»22; Κατέβηκε κατά τη θεότητα όχι τοπικά, αλλά κατά συγκατάβαση, ενώ ανέβηκε σωματικά, όντας ένας ο ίδιος Θεός και άνθρωπος. Ή πώς αυτός που μιλάει και φαίνεται ως άνθρωπος λέει, «εγώ και ο Πατέρας μου είμαστε ένα»23;  Γιατί δεν είναι εύκολο ένας απλός άνθρωπος να πει τέτοιους λόγους, αν δεν είναι Θεός ομοούσιος με τον Πατέρα.

Κι αν δεν αποτελούνταν από δύο φύσεις, πώς θα ήταν ταυτόχρονα ο ίδιος θνητός κι αθάνατος, κτιστός κι άκτιστος, ορατός και αόρατος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος; Γιατί αυτά δεν μπορεί να είναι ιδιώματα μιας φύσης. Δεν είναι δηλαδή κατά φύση ίδιο το κτιστό με το άκτιστο, ούτε το θνητό με το αθάνατο, ούτε το ορατό με το αόρατο, ούτε το θείο με το ανθρώπινο. 

Αλλά πώς θα μπορούσε ο Χριστός να είναι και μιας σύνθετης φύσης, εάν θεωρείται ο Πατέρας και το  Πνεύμα με μία απλή φύση; Πώς θα είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και μ’ εμάς κατά την ίδια φύση, αν δεν θεωρήσει κανένας ομοούσιο μ’ εμάς και τον Πατέρα; Πράγμα που είναι τερατοδέστερο από κάθε έννοια. Και πώς λέει και ο ίδιος, «όποιος είδε εμένα, έχει δει και τον Πατέρα μου»,24  και αλλού, «γιατί θέλετε να με σκοτώσετε, ένα άνθρωπο που σας είπα την αλήθεια»;25 Γιατί, όποιος τον βλέπει σαν άνθρωπο μόνο, δεν έχει δει το Θεό και Πατέρα. 

Αν πάλι ισχυριστούμε ότι έχει μία ενέργεια, που θα τοποθετήσουμε το σωματικό  βάδισμα, το κόψιμο του ψωμιού, τον προφορικό λόγο και τα όμοια, πράγματα που δεν είναι της θείας φύσης ενέργειες, αλλά της ανθρώπινης; Γιατί αυτά δεν ήταν φαινομενικά, αλλά γίνονταν αληθινά ως ενέργειες της φύσης του.

Και αν ως προς την ανθρώπινη φύση τον θεωρήσουμε άμοιρο από φυσικό και αυτεξούσιο θέλημα, που θα τοποθετήσουμε τη φυσική έφεση της τροφής και των άλλων, εννοώ του ύπνου, της πόσης και των όμοιων; Γιατί αυτά κινούμενα από το φυσικό νόμο, οδηγούν την άλογη ψυχή στην αναγκαστική εκπλήρωσή τους. Γι’ αυτό και την όρεξη την συνοδεύει η ορμή για την πράξη˙ η φύση δηλαδή ωθεί τα άλογα, γι’ αυτό είναι και ανεύθυνα και δεν υπόκεινται σε κανενός είδους τιμωρία. Όποια όμως διαθέτουν λόγο, με την αυτεξούσια κίνησή τους οδηγούν μάλλον τη φύση, έχοντας στην εξουσία τους το να ακολουθούν ή να συγκρατούν την επιθυμία. Γιατί η θέληση είναι επιθυμία φυσική, λογική και αυτεξούσια. Τα λέω αυτά για όσους φυλάγουν τους κανόνες της φύσεως,  γιατί όσοι έχουν ορμήσει από απροσεξία τους στο παραφύση, άγονται μάλλον από τη φύση παρά οδηγούν αυτήν, έχοντας αποκτήσει τη συνήθεια των παθών σαν δεσποτική εξουσία. 

Και με ποιό θέλημά του θα πούμε πως όταν πήγε στο σπίτι θέλοντας να μην το αντιληφθεί κανένας δεν μπόρεσε να διαφύγει την προσοχή τους;26  Γιατί το θείο θέλημα είναι σ’ όλους φανερό πως είναι παντοδύναμο, ενώ το ανθρώπινο είναι ασφαλώς ασθενές και αδρανές. Πώς πάλι, παραβλέποντας το δικό του θέλημα, ευχόταν να εκπληρωθεί το  θέλημα του Πατέρα; Ποιάς φύσης γνώρισμα είναι η προσευχή; Της κτιστής βέβαια. Αυτής λοιπόν είναι και το  θέλημα που παραβλέπεται. Έτσι, ένας είναι ο Χριστός, Υιός και Κύριος, με δύο τέλειες φύσεις και με τα φυσικά ιδιώματά τους, που αδιαίρετα μαζί κι ασύγχυτα θέλει κι ενεργεί τις ενέργειες κάθε μιας φύσης με την κοινωνία και της άλλης, σύμφωνα με την ασύγχυτη περιχώρηση των φύσεών του της μιας με την άλλη˙ είναι ο ένας της αγίας Τριάδος, ο Υιός του Θεού, που έγινε για χάρη μας και Υιός του ανθρώπου. 

Επειδή δηλαδή ο θάνατος ήρθε μέσω ανθρώπου, έπρεπε μέσου ανθρώπου να δωρηθεί και η ανάσταση.27  Επειδή ψυχή νοερή με αυτεξούσιο θέλημα έκανε την παράβαση, έπρεπε επίσης ψυχή νοερή με φυσικό και αυτεξούσιο θέλημα να πραγματοποιήσει την υπακοή του Δημιουργού και να επανέλθει η σωτηρία με όσα ο θάνατος εξοστράκισε τη ζωή, για να μη νομίσει ο  θάνατος ότι ο άνθρωπος τυραννείται. 

Ποιο είναι λοιπόν το αποτέλεσμα αυτού; Δελεάζοντας τον άνθρωπο με την ελπίδα της θεότητας, δελεάζεται από το προπέτασμα της σάρκας και δοκιμάζοντας ο θάνατος το αναμάρτητο σώμα, ένιωσε ναυτία και εξέμεσε ο άθλιος όλη την τροφή που είχε στα σπλάχνα του. Αφού δηλαδή δέχτηκε όλα τα δικά μας γνωρίσματα για χάρη μας ο Θεός Λόγος που μας δημιούργησε κι αφού έλαβε πείρα όλων των δικών μας παθών, όμοια μ’ εμάς αλλά χωρίς την αμαρτία,28  αφού εκπλήρωσε το νόμο και αποδείχτηκε ως μόνος αναμάρτητος ανάμεσα στους ανθρώπους (και γι’ αυτό άλλωστε δεν ήταν υπεύθυνος για θάνατο), κι αφού έκανε με τα θαύματά του γνωστή τη δύναμη της θείας ουσίας του, έρχεται τέλος θεληματικά για χάρη μας προς το πάθος το σωτήριο όλου του κόσμου και προσφέρει τον εαυτό του, γινόμενος για χάρη μας κατάρα,29  χωρίς βέβαια να ήταν καθόλου κατάρα, αλλά μάλλον ευλογία και αγιασμός˙ αλλά αναδεχόμενος τη δική μας κατάρα σταυρώνεται για μας και πεθαίνει και ενταφιάζεται. Γιατί  λέει η Γραφή, «είναι καταραμένος όποιος κρεμιέται επάνω σε ξύλο».30  «Είσαι γη και στη γη θα καταλήξεις»,31  είπε ο Θεός στον Αδάμ. Γίνεται λοιπόν για χάρη μας κατάρα, για ν’ απολαύσομε εμείς την ευλογία. Γιατί λέει˙ «όσοι τον δέχτηκαν, τους έδωσε την εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού»,32   όσοι πιστεύουν σ’ αυτόν.

Ώ μέγεθος θαύματος. «Αυτός που ποιμαίνει τον Ισραήλ»33  ως προαιώνιος Θεός, αυτός παραδίδεται στο θάνατο ως άνθρωπος από Ισραηλιτικό χέρι. «Αυτός που οδηγεί τον Ισραήλ σαν πρόβατο»,34   οδηγήθηκε στη θυσία σαν αρνί άκακο και προβάλλει ξύλο ζωής κατά του ξύλου της γεύσης και με τη γεύση της χολής ανάμικτης με το ξίδι εξοστράκισε τη νόσο που πρόσβαλε την ανθρώπινη φύση με τη γλυκιά βρώση. «Αυτός που κάθεται πάνω στα Χερουβίμ»35  ως Θεός, κρέμεται πάνω στον σταυρό ως υπόδικος, ενώ αυτός είναι η ζωή των ανθρώπων, που οι θεοκτόνοι δεν την πίστεψαν, επειδή την είδαν κρεμασμένη πάνω στο ξύλο. Γιατί «έκλεισαν τα μάτια τους και βαριάκουσαν με τα αυτιά τους».36  Αυτός που με τα χέρια του πλαστούργησε τον άνθρωπο, άπλωσε ανοιχτά όλη μέρα τ’ άχραντα χέρια του προς ένα λαό ανυπάκουο και όλο αντιλογία37  και παραθέτει την ψυχή του στιες πατρικές παλάμες.38  Με τη λόγχη σχίζεται η πλευρά39  εκείνου που δημιούργησε την Εύα από την πλευρά του Αδάμ,40   και πηγάζει θείο αίμα και νερό, πιοτό αθανασίας και βάπτισμα αναπλάσεως. Γι’ αυτό ένιωσε ντροπή ο ήλιος μη αντέχοντας να βλέπει τον νοητό ήλιο της δικαιοσύνης να περιπαίζεται. 

Σαλευτόταν η γη, καθώς την έρρανε το δεσποτικό αίμα, αποτινάζοντας το ρύπο των ειδωλικών αιμάτων και σκιρτώντας ολόχαρη για την κάθαρση. Οι νεκροί έβγαιναν από τα  μνήματά τους, προδηλώνοντας την έγερση εκείνου που γινόταν νεκρός για χάρη μας. Έσβηνε ο ήλιος και πάλι έβγαινε συμπληρώνοντας το τριήμερο αριθμητικά του Κυρίου. Σκιζόταν το καταπέτασμα του ναού αγγέλλοντας καθαρά την είσοδο στα άδυτα και τη φανέρωση των κρυμμένων. Γιατί ο ληστής έμελλε να περπατήσει τον παράδεισο και τον άνθρωπο που τον σκότωναν ως κακούργο θα τον πίστευε ως Θεό και θα τον προσκυνούσε όλη η κτίση. Γιατί είναι Θεός πραγματικά˙ και το γήινο σώμα και που αποτελούνταν από χώμα θα γινόταν ψηλότερο από τους ουρανούς και θα καθόταν μαζί με το Θεό˙ και τέλος θα έλαμπε η επίγνωση της αγίας και μακάριας και πολυύμνητης Τριάδος. 

Αυτός που εμφύσησε στον Αδάμ πνεύμα ζωής και τον έκανε ψυχή ζώσα,41  νεκρός, χωρίς πνοή τοποθετείται στο μνημείο. Αυτός που κατάκρινε τον άνθρωπο για τη στροφή του στη γη,42  συναριθμείται με τους λησμονημένους μέσα στη γη. Συντρίβονται οι χάλκινες πύλες43  και λυγίζουν τα σιδερένια μάνταλα˙ βγήκαν απ’ τους αρμούς τους οι αιώνιες πύλες και έφριξε ο φύλακάς τους και φάνηκαν τα θεμέλια της οικουμένης. Λογαριάστηκε μαζί με τους νεκρούς ο ελεύθερος από την αμαρτία και κείτεται τυλιγμένος στα σάβανα αυτός που έλυσε τα σάβανα του Λαζάρου,44  για να λύσει από τα δεσμά του τον άνθρωπο που είχε νεκρωθεί εξαιτίας της αμαρτίας κι ήταν δεμένος σφιχτά από τα πλοκάμια της και να τον αφήσει ελεύθερο. Τώρα ο βασιλιάς της δόξας45  κατέβηκε στον τύραννο, ο δυνατός στον πόλεμο,46   που οι έξοδοί του σ’ εμάς γίνονται από το άκρο του ουρανού, αυτός που περπάτησε ως γίγας το δρόμο της ζωής. Συμπλέκεται μ’ αυτόν σαν άνθρωπος ασθενής και δεσμεύει τον ισχυρό σαν το στρουθί, αφού αποδείχτηκαν ανίκανοι οι δορυφόροι του μπροστά στην αυτοδύναμη θεότητα και διαρπάζει τα σκεύη του,47  ανεβάζοντας επάνω δίκαια όσα εκείνος είχε άδικα κατεβάσει.

Τώρα ο Λόγος κατεβαίνει προς τον δράκοντα, τον Λεβιαθάν, τον αποστάτη48 (ο Λεβιαθάν εξηγείται δράκοντας), «τον μεγάλο νου των Ασσυρίων», εννοώ τις αντίθετες δυνάμεις, που έχει τη φωλιά του στην καρδιά της γης.49  Τον σέρνει με το αγκίστρι της θεότητας,50  το κρυμμένο μέσα στο σώμα, όπως κρύβεται το σκουλήκι, κι όποιους μπόρεσε τόσο οικτρά να καταπιεί τον αναγκάζει να τους εμέσει και αποστέλλει άδειον αυτόν που κόμπαζε για τα πλούτη του.51  Το παιδί που γεννήθηκε και δόθηκε σ’ εμάς52   κατεβαίνοντας στην τρώγλη όπου ζουν οι ασπίδες, πνίγει και σκοτώνει κι αφανίζει τον αγέρωχο και υπερήφανο. Τώρα ο άδης έγινε ουρανός, τα καταχθόνια ξεχειλίζουν από φως53   και το σκότος που καταδιώκει τους ανθρώπους τώρα εξορίζεται το ίδιο54  και οι τυφλοί δέχονται το φως τους. Γιατί για όσους κάθονται στο σκότος και στη σκιά του θανάτου ανέτειλε ανατολή από τον ουρανό.55  Αυτά οι προφήτες και οι πατριάρχες και οι δίκαιοι τα προτύπωναν και τα προέλεγαν με σαφήνεια. 

Ρίχνεται ο δίκαιος στα δεσμά ως δυσκολομεταχείριστος56˙ Γιατί διατύπωσαν κατά του εαυτού τους βουλή ολέθρια όσοι λεηλατούσαν το λαό του Κυρίου και διατάρασσαν τους δρόμους που περπατούσαν. «Αλίμονο στην ψυχή τους! Θα τους συμβούν συμφορές ανάλογα με τα έργα τους», λέει ο Ησαΐας˙ για μας όμως η πράξη σταματά τον πόνο και θεραπεύει τις οδύνες. «Προσφέρω την πλάτη μου στο μαστίγιο και το πρόσωπό μου σε ραπίσματα»57  και ανέχομαι την ντροπή των εμπτυσμών, είπε αυτός που μιλά με το στόμα του Ησαΐα. Γι’ αυτό δεν θα ντραπεί το πλαστούργημα των χεριών μου ούτε θα αισχυνθεί. Γιατί δεν θεώρησα ότι είχα από υφαρπαγή την ισότητά μου με το Θεό, αλλά, επειδή ήμουν Θεός ομοούσιος με τον Πατέρα, άφησα τον εαυτό μου να κατεβεί στην κένωση και δέχομαι την ταπείνωση του  θανάτου, αφού έτσι ευδόκησε ο Πατέρας.58  Γιατί θέλω όσα θέλει, αφού από τη φύση μου είμαι ομοθελητής του και κοινωνός της θεότητας. Και εγώ ο Ύψιστος υψώνομαι και μ’ εμένα δοξάζεται η ανθρωπότητα (γιατί έτσι εκπληρώνω την πατρική αγάπη), ώστε δικαιωμένα με το δικό μου αίμα και πετυχαίνοντας με το δικό μου θάνατο την συμφιλίωσή τους με τον Πατέρα μου να ζουν στη ζωή και ν’ αναπαυθούν κάτω από τις φτερούγες μου τα πρόβατα που εγώ φυλάγω. 

Ας τα φέρομε στο νου μας εμείς που δεν τα είδαμε κι ας πιστέψομε ακούοντας αυτούς που ευαγγελίζονται την ειρήνη. Γιατί σ’ εμάς φανερώνεται ο βραχίονας του Θεού, η παντουργός δύναμή του.59   Αν τα κατανοήσουμε θα δοξαστούμε και θα δοξαστούμε υπερβολικά, καθρεφτίζοντας μέσα στην ευτέλειά μας60  τη δόξα του Κυρίου και κατανοώντας μέσα στην άδοξη όψη μας την πάνω από το νου ωραιότητα. Γιατί, αν και έπαθε από αδυναμία, αλλά ζει με τη δύναμη του Θεού.61  Αν και τον βλέπομε κρεμασμένο πάνω στο ξύλο να χάνεται δίχως κάλλος και δόξα περισσότερο από όλους τους υιούς των ανθρώπων, όμως αυτός είναι το απαύγασμα της δόξας, που βλέποντάς το η γη ντράπηκε και πένθησε. Αυτός ανέβασε τις αμαρτίες μου στο σταυρό και πόνεσε το δικό μας χτύπημα και για μας νιώθει οδύνη και υποφέρει χτυπήματα και πόνο και κακώσεις, που αποτελούν το αντίτιμο της ειρήνης μας.

Επειδή δηλαδή σαν πρόβατα πλανηθήκαμε ξεκλίνοντας από το δρόμο του Κυρίου και βαδίζοντας τη δική μας πορεία, από ευσπλαχνία  έχει παραδοθεί για τις αμαρτίες μας. Δε φιλονικεί, δεν φωνάζει, αφήνοντάς μας παράδειγμα, και οδηγείται για χάρη μας στο θάνατο αδιαμαρτύρητα σαν πρόβατο. «Θα δείτε», λέει ο Μωυσής, «κρεμασμένη τη ζωή σας απέναντί σας και δε θα πιστέψετε στη ζωή σας».62  Ο θεοπάτωρ Δαβίδ ή μάλλον μέσω του Δαβίδ ο Κύριος του Δαβίδ διακηρύσσοντας από πρώτα το πάθος του και τη γεννήτρια της ζωής ταφή του έλεγε˙ «μοιράστηκαν μεταξύ τους τα φορέματά μου κι έβαλαν ένα – ένα σ’ αυτά κλήρο».63 Αυτός που έντυσε τους προπάτορες του ανθρωπίνου γένους με δερμάτινους χιτώνες, γυμνώνεται με τη θέλησή του για τη σταύρωση, ώστε, γυμνώνοντάς μας από τη θνητότητά μας, να μας ντύσει με την ομορφιά της αφθαρσίας, και μοιράζει με κλήρο τη φορεσιά του στους στρατιώτες. Γιατί επρόκειτο, όταν θα έφευγε από τους θνητούς, ν’ αποστείλει στα έθνη τους μαθητές που είχε διαλέξει ο ίδιος και να γίνει ο ίδιος ένδυμα των πιστών. Γιατί λέει «όσοι βαφτιστήκατε στ’ όνομα του Χριστού, ντυθήκατε το Χριστό».64

Ο Νώε όταν κλεινόταν στην κιβωτό κι έσωζε με το ξύλο τα σπέρματα του δεύτερου κόσμου, γινόμενος πάλι αρχή του ανθρώπινου γένους, προτύπωνε το Χριστό που ενταφιαζόταν εκούσια, που καθάρισε την αμαρτία με το ανάμικτο αίμα με νερό που ανάβλυσε από την πλευρά του και που έσωσε με το ξύλο του σταυρού όλο το γένος μας κι έγινε αρχηγός κι οδηγός κοινού βίου και νέας πολιτείας. Ο Αβραάμ ο μέγας πατριάρχης65  οδηγώντας στην ολοκαύτωση τον Ισαάκ, που του είχε δοθεί από υπόσχεση και του αφορούσαν οι υποσχέσεις, προανήγγειλε φανερά τη σφαγή του Κυρίου. Κι ο Ισαάκ βέβαια χαρίζεται στον πατέρα του ζωντανός από το Θεό, ενώ ένα αρνί που είχαν μπλεχτεί τα κέρατά του σ’ ένα θάμνο Σαβέκ αντικατέστησε το σφάγιο. Και γίνεται το διπλό μυστήριο, του κριαριού και του Ισαάκ αληθινός τύπος του Χριστού του  Θεού μας.66  Γιατί ο Χριστός είναι διπλός και σύνθετος, Θεός και άνθρωπος ο ίδιος, αφού ως προς τη φύση έμεινε απαθής Υιός του Θεού και Θεός˙ αυτός όμως ως άνθρωπος που έγινε πάνω από άνθρωπο αυτοπροσφέρθηκε στον Πατέρα για  χάρη του κόσμου, όπως το άγνωστο σφάγιο στο θάμνο Σαβέκ, δηλαδή στο  ξύλο της άφεσης. Γιατί Σαβέκ ερμηνεύεται άφεση. Με ποιό σκοπό έγιναν οι τρεις μεζούρες του κρυμμένου σιμιγδαλιού;67  Δεν υπαινίσσεται με σαφήνεια την τριήμερη  ταφή του άρτου της ζωής; Και τί σημαίνει ο λάκκος πρώτα του Ιωσήφ και η φυλάκισή του έπειτα;68 Δεν φανερώνει ολοκάθαρα τον τάφο και τη φρουρά πάνω σ’ αυτόν; «Με έβαλαν», λέει, «στα βάθη, μέσα σε λάκκο, στα σκοτεινά και στη σκιά του θανάτου».69  Και τί συμβόλιζε πάλι ο Μωυσής ο θεόπτης και νομοθέτης; Κρυμμένος μέσα στο καλάθι, δεν παραδινόταν στο θάνατο και δεν τον έσωζε απ’ αυτόν η κόρη του βασιλιά;70 

Έτσι και ο Χριστός καλύπτεται μέσα στον τάφο˙ γίνεται σωματικά νεκρός κι από τη θεότητά του που βασιλεύει σ’ όλη την κτίση επαναφέρεται πάλι στη ζωή. Δεν είναι πάλι ο ίδιος ο Μωυσής που χτυπά με το ραβδί του τη θάλασσα και με το διπλό χτύπημα, το κατακόρυφο κι οριζόντιο, δεν προμηνύει το σχήμα του σταυρού,71  και κατεβαίνει στο βυθό δείχνοντας την κάθοδο του Σωτήρα στον άδη και θανατώνει τον διώκτη του Φαραώ σώζοντας τον Ισραήλ; Γιατί και ο Χριστός θανάτωσε το θάνατο και σώζει όλους όσοι πιστεύουν σ’ αυτόν. Και μετ την έκταση των χεριών, τρέποντας σε φυγή τους Αμαληκίτες72 και αναδεικνύοντας τροπαιοφόρους τους Ισραηλίτες, προεικονίζει το ίδιο το μυστήριο του Σωτήρα. Με προκαλεί έκσταση και το παράδοξο μυστήριο του μάννα.73  Όπως αυτό μπορούσε να διατηρηθεί μόνο το Σάββατο, έτσι κι ο Ιησούς, ο Θεός μου, και που για μένα έγινε άνθρωπος, όλος γλυκύτητα και όλος επιθυμία, κατά το τέλος της Παρασκευής καλύπτεται μέσα στον τάφο. Αλλά και τον Ιωνά δεν τον ανακήρυξε ως τύπο του ο ίδιος ο Κύριος; Γιατί λέει, «όπως ο Ιωνάς έμεινε μέσα στην κοιλιά του κήτους τρεις ημέρες και τρεις νύχτες, έτσι πρέπει και ο Υιός του ανθρώπου να μείνει μέσα στα σπλάγχνα της γης τρεις ημέρες και τρεις νύχτες».74

Αλλά θα πει κάποιος˙ αν τον εκούσιο θάνατό του τον υπέμεινα την Παρασκευή και την μία του Σαββάτου αναστήθηκε, πώς θα διασωθεί η παραμονή του στα σπλάγχνα της γης τρεις νύχτες; Όμως αυτό μας λέει ο θείος Μωυσής ότι «ο Θεός κάλεσε το φως ημέρα και το σκοτάδι το ονόμασε νύχτα».75  Όταν λοιπόν κρεμάστηκε ο Κύριος στον τίμιο σταυρό, έγινε σκοτάδι σ’ όλη την οικουμένη76  και δεν ήταν ένα νέφος που είχε μπει μπροστά και σκέπασε το φέγγος του ήλιου και ούτε παρεμβαλλόταν το σώμα της σελήνης σαν κάποιο διάφραγμα εμποδίζοντας να φτάσει η λάμψη του έως εμάς (γιατί έτσι λένε οι ειδικοί σ’ αυτά πως γίνονται οι ηλιακές εκλείψεις), αλλά είχε βουλιάξει στο σκοτάδι όλη η γη πιο σκοτεινό από το ψηλαφητό σκοτάδι της αιγυπτιακής πληγής. Γιατί η ίδια η πηγαία φωτιστική δύναμη του ήλιου είχε χαθεί. Έπρεπε δηλαδή να πενθήσει όλη η κτίση τον σωματικό θάνατο του Δημιουργού. Γι’ αυτό κι ο προφήτης λέει˙ «θα βασιλέψει ο ήλιος το μεσημέρι και το φως θα σκοτεινιάσει κατά τη διάρκεια της ημέρας».77  Κι άλλος πάλι προφήτης λέει˙ «την ημέρα εκείνη δε θα υπάρχει φως. Δε θα είναι ημέρα ούτε νύχτα, αλλά το φως θα έρθει προς το βράδυ».78

Μέσα σ’ αυτό λοιπόν το σκοτάδι η θεϊκή και πανάγια ψυχή, χωρισμένη από το ιερό και ζωοποιό σώμα, επισκέφτηκε τα σπλάχνα της γης, γεγονός που θεωρείται νύχτα. Έπειτα, μετά το σκότος δημιουργείται πάλι πρόχειρα από το δημιουργό μια ημέρα, καθώς ξαναμπήκε ο ήλιος στη συνηθισμένη του τροχιά. Γι’ αυτό και ο προφήτης προείπε ότι το φως θα έρθει προς το βράδυ. Έπειτα ήρθε η πριν από το Σάββατο νύχτα και στη συνέχεια το Σάββατο και η ημέρα πριν από τη μία των Σαββάτων και τέλος η ίδια η λαμπρή και φωτοφόρος ημέρα της Κυριακής, κατά την οποία το άκτιστο φως ανεβαίνει σωματικά από τον τάφο, σαν νυμφίος ωραίος από την ομορφιά της ανάστασης. Το τέλος δηλαδή των Σαββάτων, που ο Ευαγγελιστής το ονομάζει «οψέ Σαββάτων», γίνεται αρχή της μιας των Σαββάτων. Έτσι μετριούνται και βγαίνουν ξεκάθαρα τρεις ημέρες και άλλες τόσες νύχτες. Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο σημείο απ’ όπου κάναμε την παρέκβαση. 

Πεθαίνει και κατεβαίνει στο χώμα αυτός που έπλασε από χώμα τον άνθρωπο και αίρεται η ζωή του από τη γη. Γιατί αποθέτει τα γήινα, εννοώ όχι το σώμα, αλλά τις ιδιότητες του σώματος, ύπνο, κόπο, πείνα, δίψα, τομή, ρεύση. Γιατί αυτά παρεισέφρησαν στη ζωή μας από την παρακοή. Και η ταφή του γίνεται με ειρήνη, που την επέτυχε για μας με τη σταύρωση και την ταφή, αφού ένωσε τα χωρισμένα κι αφού καθυπόταξε τον αποστάτη άνθρωπο στον πλάστη του. Γι’ αυτό και οι πονηροί αντί να ταφούν όπως εκείνος παραδόθηκαν στον όλεθρο˙ οι Ιουδαίοι δηλαδή μετά την εκπόρθηση του ναού και της πόλεως οδηγούνται αιχμαλωτισμένοι από τους εχθρούς και δεν επιστρέφουν πια στα δικά τους μέρη, επειδή τους είχε εγκαταλείψει η θεία βοήθεια μετά από αυτόν τον λόγο του Κυρίου˙ «να, αφήνεται η εστία σας έρημη»79˙ οι δαίμονες πάλι, αφού τους αφαιρέθηκε η τυραννική και αλαζονική εξουσία, που οι κακοί κακώς άσκησαν εις βάρος μας, έγιναν υποχείριοι στα πιο χειρότερα πάθη. Ενώ αυτός κληρονόμησε τη λεία των πονηρών, τους νεκρούς δηλαδή των αιώνων, απαλλάσσοντας όσους κατείχονταν από το ζυγό της αμαρτίας. Με το να συγκαταλεχθεί δηλαδή με τους άνομους, φύτεψε την ευνομία, ενώ των ανυπάκουων το σπέρμα οδηγήθηκε στην απώλεια, τις γιορτές τους τις μετέβαλε σε πένθος και από ύμνους αντήχησαν θρήνοι. Για μας όμως ανέτειλε από το σκοτάδι φως κι από το μνήμα βγήκε η ζωή και από τον άδη πηγάζει η ανάσταση, η χαρά, η φαιδρότητα, η αγαλλίαση.

Δεν είναι άτοπο, χρησιμοποιώντας τους ευαγγελικούς λόγους, ν’ αντλήσουμε τον πλούτο που κρύβουν. Λένε οι μαθητές που με τη χάρη του Πνεύματος διηγήθηκαν τα θεία και που έχουν μέσα τους το Χριστό να μιλάει˙ «όταν σουρούπωσε, ήρθε ένας άνθρωπος πλούσιος από την Αριμαθαία, που ονομαζόταν Ιωσήφ, βουλευτής επίσημος, άνθρωπος καλός και δίκαιος, που κι αυτός ήταν μαθητής του Ιησού και δεχόταν το κήρυγμα της βασιλείας του Θεού και την περίμενε». «Αυτός δεν ενέκρινε την πράξη τους αλλά κρυβόταν από φόβο των Ιουδαίων. Πήρε όμως το θάρρος και πηγαίνοντας στον Πιλάτο ζήτησε το σώμα του Ιησού».80  Ώ μακάριος άνθρωπος, άξιος να τον θυμάται κανείς! Αληθινά λέει ο Κύριος˙ «κάθε δέντρο αναγνωρίζεται από τους καρπούς του».81  Επειδή ήταν αγαθός και δίκαιος δε συμφωνούσε με τη σκέψη και τις πράξεις τους. Ήταν αληθινά αυτός μακάριος άνθρωπος όπως λέει ο θεηγόρος Δαβίδ.82  Γιατί «δεν πήρε μέρος σε σύναξη ασεβών ούτε φρύαξε στέκοντας στο δρόμο των ασεβών και δεν κάθισε σε θρόνο ανάμεσα σε αμαρτωλούς δικαστές83  κατά του Κυρίου και κατά του Χριστού του μετέχοντας στα σχέδια ανόμων ανθρώπων.84  Δεν είπε «εμπρός πάρτον και σταύρωσέ τον».85  Δεν φώναξε μαζί με τους άθλιους, επισύροντας επάνω του κι επάνω στους απογόνους του την τιμωρία για το αθώο και θείο αίμα. Αλλά η θέλησή του ήταν στο νόμο του Κυρίου και στο νόμο του έπεφτε και σηκωνόταν και πάντα τον μελετούσε καταρδεύοντας τη διάνοιά του με τα θεόρρυτα νάματα του Πνεύματος. Είχε γίνει μαθητής του καλού δασκάλου κι ακολούθησε πιστά τα βήματά του. Ώ, άνθρωπος πλούσιος στην προαίρεση! Ώ, σοφός έμπορος, που με τον επίγειο πλούτο άρπαξε τον ουράνιο κι έκρυψε μέσα του το θησαυρό της ζωής! «Και ο Πιλάτος», λέει, θαύμασε που είχε κιόλας πεθάνει».86  Θαύμασε πως πέθανε η ζωή, πως παρέδωσε την πνοή του, ο ταμίας της πνοής των ανθρώπων. Μάλιστα, Πιλάτε, έχει πεθάνει, αλλά με τη θέλησή του. Γιατί «έχει την εξουσία να δώσει την ψυχή του και έχει την εξουσία να την ξαναπάρει».87  Ναι, πέθανε, για να λαφυραγωγήσει το θάνατο, για να δώσει ζωή στο σφιχτοδεμένο με τα δεσμά, για να γίνει πρωτότοκος από τους νεκρούς και να πηγάσει την ανάσταση στους νεκρούς και να χωνευθεί από τη ζωή η θνητότα».88

Χαρίζει λοιπόν το σώμα στον Ιωσήφ. Ώ ακράτητη τόλμη κι ώ θάρρος, που κυοφόρησε η πίστη κι ο θείος πόθος. Οι μαθητές, αν και έλαβαν τα θεία χαρίσματα, περιορίζονται και κρύβονται από το φόβο, και εσύ ποθείς να πάρεις τον νεκρό και πολύ γρήγορα μιμήθηκες τον οδηγό σου και Κύριο. Γιατί με τη θέλησή σου παρέδωσε την ψυχή σου στο θάνατο. Δεν άντεξες να βλέπεις γυμνό το άγιο σώμα του Κυρίου που ενώθηκε σε μια υπόσταση με τη θεότητα. Άγγιξες τον θείο άνθρακα, που τον απλό τύπο του δεν μπόρεσαν ν’ αγγίξουν τα Σεραφίμ. Ώ χέρια μακάρια και πανόλβιες παλάμες που κρατήσατε το θείο σώμα και το τυλίξατε με καθαρό σεντόνι και πανάκριβα μύρα. Γιατί λέει, «έτσι συνηθίζουν οι Ιουδαίοι να κάνουν την ταφή. Και υπήρχε», λέει, «στον τόπο όπου σταυρώθηκε ένας κήπος και μέσα στον κήπο καινούργιο, όπου δεν είχε ταφεί κανένας ακόμα. Εκεί λοιπόν, επειδή οι Ιουδαίοι είχαν την Παρασκευή και το μνημείο ήταν κενό, έβαλαν τον Ιησού˙ ήταν σκαμμένο στο βράχο˙ κύλησε στην πόρτα μου μια μεγάλη πέτρα και έφυγε».89

Λέγεται Παρασκευή, σαν μια προετοιμασία για την ανάπαυση του Σαββάτου. Το Σάββατο απαιτούσε αργία και ο Θεός είχε ορίσει για τους Εβραίους να μην ασχολούνται με καμμιά εργασία. Για μας όμως το θείο πάθος έγινε Παρασκευή για την κατάπαυση από την αμαρτία και των πονηρών έργων της. Τυλίγεται λοιπόν σε σινδόνι καθαρό ο μόνος καθαρός και αμόλυντος, αυτός που πληροί τον ουρανό με τα σύννεφα και περιβάλλεται σαν φόρεμά του το φως, που έχει τον ουρανό θρόνο του και υποπόδιό του τη γη, που γεμίζει και βάζει τα όρια του κόσμου, ο μόνος απερίγραπτος Θεός, που κλείνει στη φούχτα του την κτίση, περιορίζεται σωματικά μέσα στον τάφο. Στον ουρανό οι δυνάμεις τον προσκυνούν ως Θεό μαζί με τον Πατέρα του και το Πνεύμα, και αυτός σαν άνθρωπος κείτεται στο μνήμα σωματικά παραμένοντας ψυχικά στους μυχούς του άδη και δίνοντας στο ληστή είσοδο στον παράδεισο, έχοντας πάντα παρούσα την απερίγραπτη θεότητά του. Γιατί, αν και χωρίστηκε η ιερή ψυχή του από το ζωοποιό και άχραντο σώμα του, αλλά μετά τη σύλληψη του Λόγου μέσα στα σπλάχνα της αγίας Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας, με καθ’ υπόσταση αδιάσπαστη ένωση των δύο φύσεων, εννοώ της ψυχής και του σώματος, η θεότητα του Λόγου έμεινε αδιάσπαστη. Και έτσι παρέμεινε και κατά το θάνατό του μία η υπόσταση του Χριστού, και μέσα στην υπόσταση του Θεού Λόγου υπήρχαν και η ψυχή και το σώμα, και μετά το θάνατο πάλι είχαν την ίδια υπόσταση. Γι’ αυτό «θα λυγίσουν τα γόνατά τους όλα τα επουράνια και επίγεια και καταχθόνια όντα και κάθε γλώσσα θα ομολογήσει ότι είναι Κύριος ο Ιησούς Χριστός προς δόξα του Πατέρα».90

Γιατί όμως τον τοποθετούν σε καινούργιο μνημείο, όπου δεν είχε ακόμα τοποθετηθεί άλλος νεκρός; Εγώ νομίζω, για να μη θεωρηθεί ότι πρόκειται για την ανάσταση κάποιου από τους παλαιούς νεκρούς. Γιατί ήταν έτοιμοι για τη διάπραξη του κακού εκείνοι που φθονούσαν τη σωτηρία τους και ήταν πανέτοιμοι για την απιστία. Για να φανεί λοιπόν ολότελα φανερή και πασίδηλος η ανάσταση του Κυρίου, ενταφιάζεται μόνος μέσα στο καινό και στο κενό μνημείο αυτός, η πνευματική πέτρα της ζωής, που έπιναν οι αχάριστοι από αυτήν όταν τους ακολουθούσε. Ο λίθος ο ακρογωνιαίος και που δεν λατομήθηκε από χέρι, καλύπτεται μέσα σε λαξευμένη πέτρα. Γιατί οι εύθραυστες ψυχές και που ρέπουν  εύκολα προς τις ηδονές δεν αντέχουν να δεχτούν το θείο Λόγο, ενώ οι περισσότερο στερεές διάκεινται με αρρενωπή διάθεση προς την αρετή.

«Την επόμενη μέρα», λέει, «που ήταν μετά την Παρασκευή, μαζεύτηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στον Πιλάτο και του είπαν».91  Πάλι μαζεύτηκε το συνέδριο της παρανομίας, εκείνοι που σκότωναν τους προφήτες και λιθοβολούσαν τους απεσταλμένους σ’ αυτούς, εκείνοι που κατέτρωγαν κυριολεκτικά τον αμπελώνα του Κυρίου, εννοώ τον Ισραηλιτικό λαό, και μαζί με τους δούλους θανάτωσαν σκληρά τον κληρονόμο Υιό. Γιατί δεν κατάλαβαν πως θα είναι κληρονόμος όλης της κτίσης, επειδή ήταν άνθρωπος. «Αν το αντιλαμβάνονταν δε θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξας».92  Και τί λένε στον Πιλάτο; «Κύρις, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο απατεώνας είπε όσο ζούσε ακόμα˙ Μετά τρεις ημέρες ανασταίνομαι».93   Να η συνηθισμένη παρανομία των ειδωλολατρών. Εκείνον που είχε συνθηκολογήσει με την πλάνη, το δούλο της αμαρτίας τον ονομάζουν κύριο οι λαοπλάνοι και της απάτης κοινωνοί, ενώ το Σωτήρα και Κύριο των όλων, την πραγματική αλήθεια, τη σοφία και δύναμη του Πατέρα,94 το αληθινό φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο, τον αποκαλούν «πλάνο». Γιατί λέτε «όσο ζούσε ακόμα» προηγουμένως; Δεν ζει μετά το θάνατο αυτός που είναι της ζωής η αιτία σε όσους ζουν και η αιτία της ύπαρξης σε όσους υπάρχουν; Ήταν βέβαια ανάμεσα στους νεκρούς, αλλά ήταν ζωντανός ως ελεύθερος. Δεν ακούσατε ποτέ τον Κύριο να λέει στον προφήτη Ιωνά ότι, «τρεις μέρες ακόμα, και η Νινευή θα καταστραφεί;»95 Γιατί θα αφανιστεί η πλάνη, όταν ο Κύριος θα βγει την τρίτη ημέρα από το μνήμα και θα φυτευτεί στη θέση της η δικαιοσύνη και η αλήθεια. 

«Πρόσταξε λοιπόν», λένε, «να ασφαλιστεί ο τάφος ως την τρίτη ημέρα».96  Γιατί, δυστυχισμένοι, ταράζεστε μάταια; Γιατί νιώθετε φόβο, εκεί όπου ο φόβος δεν έχει θέση; Δε θα περιορίσει η σφραγίδα τον απεριόριστο. Αν οι σφραγίδες του λάκκου δεν εμπόδιζαν την είσοδο στον Αββακούμ, δεν θα άλλαζε την πορεία του Δανιήλ, του προφήτη και υπηρέτη του Θεού.97  Πώς θα μπορέσουν οι σφραγίδες να κρατήσουν τον Κύριο όλων; Αλλά είναι πραγματικά τυφλή η κακία και βγαίνει εύκολα από το δρόμο της. «Μήπως έρθουν οι μαθητές του και τον κλέψουν και πούνε στο λαό ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς˙ και θα είναι η τελευταία πλάνη χειρότερη απ’ την πρώτη».98  Ποιός κλέβει, ανόητοι, νεκρό; Ενδεχομένως τα ρούχα των πεθαμένων να τα κλέβουν οι τυμβωρύχοι, ποιός όμως έκλεψε ποτέ νεκρό; Γιατί, αν δεν αναστηθεί και διαψευσθεί η πρόρρησή του για την έγερσή του πώς θα τον πάρουν μάταια οι μαθητές του; Γιατί κάθε νεκρός βγαίνει από τη μνήμη των θνητών, είπε η Γραφή.99  Αν είναι απατεώνας, πώς δε θα λησμονηθεί ακόμα περισσότερο; Και πώς θα επισύρουν στον εαυτό τους θανάτους και κάθε είδους  θλίψεις και πλήθος κακών, όπως κι επέσυραν, κλέβοντας ένα πλάνο νεκρό; Πραγματικά αποκαλύπτετε την πλάνη που σκέπτεστε με τα αληθινά. 

Αλλά ο Πιλάτος τους λέει˙ «πάρτε τη φρουρά, πηγαίνετε και ασφαλίστε τον όπως νομίζετε. Πήγαν αυτοί κι ασφάλισαν τον τάφο˙ σφράγισαν την πέτρα κι άφησαν εκεί τη φρουρά».100 Αποφεύγει ο Πιλάτος την επίκοινωνία με τους θεοκτόνους, έχοντας υπόψη ότι δεν του βρήκε καμμία κατηγορία και όλη αυτή την παρανομία την αποδίδει σ’ αυτούς. «Ασφαλίστε», λέει, «τον τάφο όπως εσείς ξέρετε». Ας μη σας απομένει καμμιά αντίρρηση για την ανάσταση, παρέδωσα στα χέρια σας τη σφραγίδα και τη φρουρά. Αν δεν αποδειχτούν λοιπόν αληθινές, όπως λέτε εσείς, οι προρρήσεις του πλάνου για την έκβαση της ανάστασης θα έχετε φοβερές δικαιολογίες και ψεύτικες τερατολογίες να πείτε. Τώρα τα πράγματα στέκονται στην κόψη ξυραφιού. «Τώρα είναι ώρα της κρίσης», όπως είπε ο ίδιος.101  Γιατί, αν αυτός σηκωθεί και υψωθεί από τη γη, εσείς οι άρχοντες  θ’ αποβληθείτε κι εκείνος θα τους ελκύσει όλους κοντά του. Αυτά είναι τα λόγια του Πιλάτου. Αλλά οι αδιάντροποι και αχάριστοι Ιουδαίοι ορμούν σαν σκυλιά στον τάφο και βάζουν σφραγίδες στην πέτρα. Κείτεται λοιπόν στον τάφο νεκρός και τον φυλάγουν οι φρουροί και οι σφραγίδες, αυτός που έκτισε και σφράγισε την άβυσσο˙ αυτός που έβαλε την άμμο όριο της θάλασσας, αναπαύθηκε σαν το λιοντάρι, κοιμήθηκε σαν λιονταρόπουλο,102  σαν βασιλιάς που τον φυλάγουν όταν κοιμάται. Ποιός θα τον σηκώσει; Τώρα θ’ αναστηθώ, λέει ο Κύριος,103  τώρα θα υψωθώ, τώρα θα δοξαστώ˙ τώρα θα δείτε και θα καταλάβετε. 

Αλλά οι γυναίκες φλογισμένες με την ολόθερμη αγάπη του Δασκάλου, βλέποντας όλα τούτα απερικάλυπτα και έχοντας σφοδρή επιθυμία να προκινδυνέψουν για χάρη του Κυρίου, νίκησαν το θάρρος των αποστόλων, μη δεχόμενες να ηττηθούν. Άρα «εκεί που πλεόνασε η αμαρτία υπερπερίσσεψε η χάρη».104  Έπρεπε λοιπόν όσα διακόνησαν το θάνατο, αυτά να υπηρετήσουν και την ανάσταση. Για ποιό λόγο όμως κρύβονται οι Απόστολοι; Έπρεπε να προφυλαχτούν οι πιστότατοι μάρτυρες της θείας οικονομίας, για να γίνουν κήρυκες στα έθνη, επειδή στάθηκαν αυτόπτες και υπηρέτες των θείων μυστηρίων. Και γιατί επιτρέπεται να πέσει ο Πέτρος στην άρνηση, ενώ ήταν ζηλωτής και αυστηρός φύλακας των καλών; Έμελλε ν’ αναλάβει αυτός τα πηδάλια της Εκκλησίας. Για να είναι λοιπόν συγχωρητικός σ’ όσους επιστρέφουν από την παράβασή τους, του παραχωρείται προνοητικά να ολισθήσει στην άρνηση, διδασκόμενος από το δικό του ολίσθημα να συγχωρεί τους άλλους. Οι γυναίκες όμως, πλημμυρισμένες από το μύρο της θείας χάριτος και ελκύοντας με τον πόθο τους τον Χριστό, που είναι το χυμένο μύρο, για την ανακαίνισή τους, αυτόν που κενώθηκε θεϊκά και έχρισε και που σωματικά χρίσθηκε και εκείνος (γιατί και εκείνο που έχρισε κι αυτό που χρίσθηκε συνέπεσαν για να συμπληρώσουν ένα πρόσωπο και μια υπόσταση), αυτόν λοιπόν κυνηγώντας αδιάκοπα με την αγάπη τους κι ακολουθώντας δρομαία κι ασταμάτητα την οσμή των μύρων του, άλλα μύρα αγοράζουν πάλι και βιάζονται να πάνε στον τάφο. Γι’ αυτό και πρώτες βλέπουν την ανάσταση, επιμετρώντας τους ο δίκαιος κριτής τη χάρη ανάλογη με την προθυμία τους. 

Ας γίνομε λοιπόν κι εμείς όμοιοι με τους σοφούς υπηρέτες που περιμένουν να έρθει ο κύριος του σπιτιού˙ όσοι λάβαμε το τάλαντο, ας το πολλαπλασιάσουμε με όλη μας τη δύναμη, για να επιτύχομε ως αγαθοί δούλοι και οικονόμοι πιστοί τη χαρά του Κυρίου. Και τάλαντο νομίζω πως είναι κάθε χάρισμα που παραχωρείται στους ανθρώπους από τα θεία αγαθότητα. Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας που να είναι τελείως αμέτοχος από θεία δώρα, αλλά ο ένας είναι κατάλληλος γι’ αυτήν την αρετή, ο άλλος για περισσότερη, ο τρίτος για μικρότερες αρετές˙ ο ένας για υψηλές και έξοχες αρετές και ο άλλος για ταπεινές και χαμηλότερες. Ο Θεός έδωσε στον καθένα ένα μέτρο πίστης. Οι δυνατοί θα εξεταστούν ανάλογα105  και σ’ όποιον δόθηκε πολύ, θα απαιτηθεί πολύ από αυτόν.106  Η απαίτηση για τον καθένα γίνεται κατά το μέτρο της δύναμης που τον παραχώρησε ο Θεός. Κι αυτός που δίνει γνωρίζει σε ποιον δίνει κι όλα είναι «γυμνά και φανερά μπροστά στα μάτια του».107

Ας βιαστούμε λοιπόν να πολλαπλασιάσουμε το τάλαντό μας με όση δύναμη έχομε. Όποιος έλαβε πέντε, ας αποδώσει σ’ εκείνον που του τα έδωσε άλλα πέντε˙ ας επιστρέψει δύο όποιος έλαβε δύο. Ας απλώσει χέρι έμπρακτα ελεητικό σε όσους έχουν ανάγκη από έλεος και υποφέρουν από το φορτίο της πενίας, όποιος δέχτηκε τη χάρη από τον  Κύριό του˙ ας τρέφει ο άλλος με το λόγο όσους λιώνουν από την πείνα κι έχουν στεγνώσει από τον  καύσωνα της απιστίας. Ας αποχτήσουμε φίλους από τον άδικο πλούτο108  και ας χορτάσομε τους φτωχούς, ώστε σαν ρήτορες που μπορούν εύκολα να πλησιάσουν να μιλήσουν για χάρη μας μπροστά στο φρικτό δικαστήριο. Ας φιλοξενήσομε άστεγους, ας ντύσομε γυμνούς, ας επισκεφθούμε ασθενείς, ας βαδίσομε πρόθυμα προς τους φυλακισμένους, ας απλώσομε το χέρι μας σε όσους αντιμετωπίζουν στενοχώριες και λύπες. Ας πονέσομε μαζί τους, ας χύσομε δάκρυα συμπάθειας, γιατί αυτά θα σβήσουν την ατελείωτη φωτιά της γέεννας.

Αν αυτά τα πράξομε με διψασμένη γι’ αυτόν καρδιά, θα πει και σ’ εμάς ο Κύριος˙ «ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας».109

Όσοι έχομε προσκληθεί ας φορέσομε λαμπρό φόρεμα γάμου, για να λάβομε μέρος στο θείο γάμο και, αφού  θεωρηθούμε άξιοι για το κάλεσμα, ας πάρομε μερίδιο από το μόσχο το σιτευτό κι ας φάμε κι εμείς από τον αμνό του Πάσχα, ας πιούμε από το νέο κρασί του αμπελιού, τώρα βέβαια σάρκα Θεού από σιτάρι και αίμα Θεού από κρασί που με την επίκληση του ιερέα μεταβάλλεται αληθινά και με τρόπο άρρητο. Γιατί αυτός που μας υποσχέθηκε δεν ψεύδεται. Ας φάμε κι ας πιούμε με καθαρή συνείδηση κι ας καθαρθούμε με αυτά εφτά φορές όπως το χρυσάφι, ξεπλένοντας την κίβδηλη αμαρτία και κληροδοτούμενοι την αφθαρσία, ας ενωθούμε με το Θεό κι ας θεοθούμε, τρυφή μεγάλη ας μας γίνει η μέθεξή του, όταν ηχήσει η σάλπιγγά του κι αναστηθούν οι νεκροί, όταν καθίσουν στο δικαστήριο την ημέρα που όρισε ο Θεός, για να κρίνει με δικαιοσύνη την οικουμένη˙ όταν θα πάρουν όλα την αποκατάσταση που τους αρμόζει χωρίς ν’ απομένει καμμιά περαιτέρω αποκατάσταση˙ όταν η φωτιά θα τρώει χωρίς να καταδαπανά τους εχθρούς, ενώ τους δίκαιους θα τους υποδεχθούν οι κατοικίες οι ετοιμασμένες πριν από τους αιώνες και ο κόλπος του Αβραάμ, ο από τους κόλπους του Αβραάμ, εννοώ, σαρκωμένος Θεός Λόγος και Κύριος˙  όταν θα γκρεμιστεί η γη των ασεβών και θα τους υποδεχθεί ο ζόφος και η μαύρη φλόγα που έθρεψαν για τον εαυτό τους, και το σκουλήκι το ακοίμητο θα τους κατατρώγει και το κλάμα μαζί με το χτύπημα των δοντιών˙ ενώ τους ευθείς στη καρδιά και που έχουν πίστη αδιάβλητη θα τους δεχθεί λαμπρούς, που  θα λάμπουν όπως ο ήλιος, η γη των πράων110˙ όταν από τις παρθένες οι μωρές θα ταραχτούν μέσα στην αφροσύνη τους αναζητώντας σε ακατάλληλο καιρό τα κατάλληλα για τον καιρό και θέλοντας ν’ ανάψουν τις λαμπάδες τους που έσβησαν με ξένο λάδι για τις οποίες ο νυμφώνας θα αποκληστεί , ενώ θ’ αντηχήσει από μέσα σκληρή η φωνή του αδέκαστου κριτή˙ «δε σας γνωρίζω».111  Πού είναι το ίδιο σα να λέει «δε σας αγαπώ»˙ γιατί δεν αγαπήσατε τους αδελφούς μου, ούτε τους δείξατε σημάδια της αγάπης ούτε νιώσατε γι’ αυτούς ευσπλαχνία. Γι’ αυτό «θα είναι ανελέητη η κρίση γι’ αυτόν που δε θα δείξει έλεος».112  Γιατί εμένα τον φίλο των πασχόντων τίποτε άλλο δε με ικανοποιεί όσο η ευσπλαχνία. Τίποτε δε συγκινεί την καρδιά μου τόσο, όσο το έλεος. Γιατί θέλω ευσπλαχνία και όχι θυσία.113   Δεν ανοίξατε για όσους έχουν ανάγκη τη θύρα της ευσπλαχνίας, κι εγώ δε θα σας ανοίξω την πόρτα του παλατιού μου. Αυτές είναι οι καλλιέργειες των ανόητων. Ενώ οι φρόνιμες παρθένες ετοιμάστηκαν και δεν ταράχτηκαν. Αφού δηλαδή γέμισαν τις λαμπάδες τους με όλα τα είδη των αρετών και αφού τις πότισαν άφθονα με το λάδι της ευσπλαχνίας τους και αφού τις άναψαν με τη φωτιστική φλόγα της ορθής πίστης, προαπαντώντας γεμάτες χαρά τον νυμφίο στο μέσο της νύχτας, στήνουν το χορό τους μέσα στο νυμφώνα και απολαμβάνουν τη χαρά τους, ενωμένες πάντοτε νοερά με τον άχραντο και αξιωμένες να συνομιλούν καθαρά με τον καθαρό. 

Κι εσείς λοιπόν, ώ θείο και ιερό ποίμνιο του μεγάλου ποιμένα και ιερέα και θύματος, λαέ περιούσιε, βασίλειο ιεράτευμα,114  σεις που στολιστήκατε με το κοινό όνομα (του χριστιανού ) ως δούλοι του Χριστού, ενθυμούμενοι τα πάθη του και τους λόγους και τις πράξεις του, ας τηρούμε τις ζωηφόρες εντολές του. Γιατί είπε˙ «πιστεύετε στο Θεό και πιστεύετε σ’ εμένα»,115  και ότι «ο Πατέρας μου θα σας στείλει άλλον Παράκλητο, το Πνεύμα της αλήθειας, που εκπορεύεται από τον Πατέρα».116 Πιστεύοντας λοιπόν, ας τον αγαπήσουμε με όλη την ψυχή μας. Γιατί λέει, «όποιος αγαπά εμένα, θα δεχθεί την αγάπη του Πατέρα μου και θα τον αγαπήσω κι εγώ και θα του φανερώσω τον εαυτό μου».117

Ας μισήσομε λοιπόν τους εχθρούς του. Όποιος δεν ομολογεί το Χριστό ως Υιό του Θεού και Κύριο, είναι αντίχριστος.118   Αν πει κάποιος ότι ο Χριστός είναι δούλος, ας κλείσομε τ’ αυτιά μας, ξέροντας ότι ψεύδεται και δεν υπάρχει σ’ αυτόν αλήθεια. Ας δεχτούμε τον ονειδισμό του σαν διάδημα δόξας. Γιατί λέει˙ «είστε μακάριοι όταν σας περιγελάσουν και σας καταδιώξουν και εκσφενδονίσουν κάθε κακό λόγο εναντίον σας εξαιτίας μου. Χαίρετε κι αγαλλιάσθε γιατί ο μισθός σας θα είναι μεγάλος στον ουρανό».119  Έτσι θα αποφύγετε την ανοησία των μωρών και θα γίνομε ζηλωτές της σοφίας των φρόνιμων παρθένων. 

Ας ετοιμασθούμε και για την ανάσταση του Κυρίου από τους νεκρούς. Ας μην ετοιμάσομε τα κατάλληλα για την τροφή της κοιλιάς. Ας μη φορέσομε στο σώμα το ένα φόρεμα πάνω στο άλλο, ούτε την πολυτέλεια των μυρωδικών, όχι μέθη και κραιπάλη και τα ασελγή πλαγιάσματα που είναι συνδεδεμένα μαζί τους.  Ας μην εξουδενώσουμε τους φτωχούς, ας μην εξάψομε την όρεξη για κενή δόξα και πετάξομε τα χαλινάρια που σωφρονίζουν την επιθυμία˙ ας μη γίνομε άλογα, που είναι ξέφρενα για τα θηλυκά, και παραβαίνοντας την τάξη κάνομε σα λυσσασμένοι για συζύγους άλλων˙ ας μη σπείρουμε στη σάρκα τις φλόγες της φωτιάς˙ ας μην απατηθούμε από το ακάθαρτο δόλωμα του χρυσού, του αργύρου και των πολύτιμων λίθων˙ ας μην είναι γεμάτο το τραπέζι μας κι ερεθίζει το άγριο σκουλήκι της γέεννας, ενώ άλλοι πεινούν. Γιατί, να, ο Νυμφίος αναστήνεται. Να, ο βασιλιάς των βασιλιάδων βγαίνει από τον τάφο. Ας ετοιμαστούμε για να μη στερηθούμε τη χαρά. Ας γίνομε έμπειροι τραπεζίτες κι ας διακρίνομε το καλύτερο από το χειρότερο και το ένα ας το κάψομε με τη φωτιά του θείου ζήλου και έρωτα, ενώ το άλλο ας το εναποθέσουμε στα ταμεία μας. Ας περιορίσουμε το θυμό και την επιθυμία˙ ας μαράνομε την όρεξη της κοιλιάς˙ ας ζωστούμε τη σωφροσύνη με την εγκράτειά μας και την ταπεινή καρδιά˙ την έπαρση ας την κατανικήσουμε με την ταπείνωση και τη μνήμη του θανάτου˙ ας γίνομε τα πάντα στους πάντες˙ ας υποφέρουμε τα παριπαίγματα με γενναιότητα˙ αν αδικούμαστε, ας μας χαροποιεί η ελπίδα. Γιατί το σχήμα του κόσμου τούτου περνά120  κι αφήνει πίσω ό,τι βλέπομε τώρα. 

Προ πάντων ας επικρατεί σ’ εμάς αυτή η σκέψη, όπως και στο Χριστό,121  ότι, ενώ ήμαστε εχθροί του, μας αγάπησε, κι αφού μας αγάπησε μας ελέησε, κι αφού μας ελέησε ταπείνωσε τον εαυτό του, κι αφού ταπεινώθηκε μας έσωσε. Γιατί από την αγάπη προέρχεται το έλεος, από το έλεος, η ταπείνωση, από την ταπείνωση η σωτηρία και η ύψωση. Αν συμπεριφερθούμε μ’ αυτόν τον τρόπο, όσο ζούμε εδώ θα ελευθερωθούμε από τα λυπηρά που μας ταλαιπωρούν. Αν απορρίψουμε το ζυγό των παθών, θ’ αποτινάξουμε και το ζυγό των τυράννων. Κι όπως μετά τα καλύτερα ήρθαν τα λυπηρά, έτσι και μετά τα λυπηρά θα επιστρέψουν τα χαρμόσυνα˙ θα απολαύσομε την αρχαία παρρησία και θα εορτάσομε αγνά στο όνομα του Κυρίου του  Θεού μας την εορτή της εξόδου˙ θ’ απαλλαγούμε από τη βλάσφημη φωνή που σηκώνεται κατά του πλάστη μας και θα επικρατήσει ειρήνη στην Εκκλησία. Έπειτα με χαρούμενες λαμπάδες θα υποδεχτούμε λαμπρά τον νικητή του θανάτου, τον άνθρωπο νυμφίο, και θα δεχθεί κι εμάς ο αγνός νυμφώνας και με ακάλυπτο πρόσωπο θα δούμε τη δόξα του Κυρίου και θα κατατρυφήσουμε την ωραιότητά του, μαζί με τον οποίο στον Πατέρα και το άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η τιμή, η προσκύνηση και η μεγαλοπρέπεια, και τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ψαλμ. 105, 2.2. Ματθ. 5, 8.3. Έξ. 3, 2.4. Γρηγ. Λόγος Β’ Εις το Πάσχα.5. Ιω. 3, 16.6. Α’ Κορ. 2, 7. Β’ Πετρ. 1, 4.7. Α’ Κορ. 5, 7.8. Ησ. 49, 9.9. Ησαία 41, 1.10. Έξ. 5, 14.11. Γέν. 1, 7.12. Γρηγορίου Νύσσης, Περί κατασκευής του ανθρώπου, Γρηγ. Θεολ. Λόγος Β’ εις το Πάσχα.13. Γέν. 2, 16˙ 3, 3.14. Σοφ. Σολ. 1, 13.15. Εβρ. 1,1.16. Ησαίου 64, 4. Α’ Κορ. 2, 9.17. Κολ. 2, 6.18. Ιω. 1, 14.19. Ιω. 1, 18.20. Ιω. 3, 15.21. Ιω. 20, 17.22. Εφ. 4, 10.23. Ιω. 10, 30.24. Ιω. 14, 9.25. Ιω. 8, 40.26. Μάρκ. 7, 24.27. Α’ Κορ. 15, 21.28. Εβρ. 4, 15.29. Γαλ. 3, 13.30. Δευτ. 2, 23.31. Γεν. 3, 19.32. Ιω. 1, 12.33. Ψαλμ. 79, 1.34. Ψαλμ. 79, 1.35. Ψαλμ. 79, 2.36. Ησαίου 6, 9˙ 10.37. Ησαίου 65, 2.38. Λουκά 23, 46.39. Ιω. 19, 34.40. Γεν. 2, 22.41. Γεν. 2, 7.42. Γεν. 3, 19.43. Ψαλμ. 106, 16.44. Ιω. 6, 44.45. Ψαλμ. 23, 7.46. Ψαλμ. 23, 8.47. Ματθ. 12, 29.48. Ησαίου 27, 1.49. Ησαίου 19, 3.50. Ιώβ 40, 14˙ 20.51. Ιω. 20, 16.52. Ησαίου 9, 6.53. Ησαίου 9, 2.54. Ησαίου 9, 2.55. Λουκά 1, 78˙ 79.56. Ο λόγος εδώ είναι συμπίλημα από διάφορα χωρία του Ησ. 3, 10-11.57. Ησαίου 50, 6.58. Φιλ. 2, 5-8.59. Ησαίου 55, 1.60. Α’ Κορ. 13, 12.61. Α’ Κορ. 13, 4.62. Δευτ. 28, 66.63. Ψαλμ. 11, 19.64. Γαλ. 3, 27.65. Γεν. 11,1.66. Γεν. 22, 1.67. Γεν. 18, 6.68. Γεν. 32, 50.69. Ψαλμ. 87, 7.70. Εξ. 2, 1.71. Εξ. 19, 27.72. Εξ. 17, 11.73. Εξ. 17, 12.74. Ματθ. 12, 40.75. Γεν. 1, 5.76. Ματθ. 27, 45.77. Αμώς 8, 9.78. Ζαχ. 14,6˙7.79. Ματθ. 13, 38.80. Ματθ. 27, 57. Μάρκ. 15, 42. Λουκά 23, 50-52.81. Ματθ. 7, 16˙ 17.82. Ψαλμ. 1, 1.83. Ψαλμ. 1, 1.84. Ψαλμ. 2, 1.85. Ιω. 19, 15.86. Ιω. 19, 15.87. Μάρκ. 15, 44.88. Ιω. 10, 13.89. Β’ Κορ. 5, 4.90. Ιω. 18, 41 -42.91. Φιλ. 2, 10.92. Ματθ. 27, 62.93. Α’ Κορ. 2, 8.94. Ματθ. 27, 63.95. Α’ Κορ. 1, 24.96. Ιωνάς 3, 4.97. Ματθ. 27, 64.98. Δαν. Βήλ και Δράκων 32-38.99. Ματθ. 27, 64.100. Ψαλμ. 30, 13.101. Ματθ. 27, 65˙ 66.102. Ιω. 12, 31.103. Γεν. 49, 6.104. Ψαλμ. 11, 6.105. Ρωμ. 5, 20.106. Σοφ. Σολ. 6, 6.107. Λουκά 12, 48.108. Εβρ, 4, 13.109. Λουκά 16, 9.110. Ματθ. 25, 34.111. Ματθ. 5, 15.112. Ματθ. 25, 1-12 113. Ιακ. 2, 13.114. Ωσηέ 6, 6. Ματθ. 4, 18.115. Α’ Πέτρ. 2, 9.116. Ιω. 14, 1.117. Ιω. 14, 16.118. Ιω. 14, 21.119. Ιω. 4, 3.120. Ματθ. 5, 11˙ 12.121. Α΄Κορ. 7, 31.

Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοφιλείς αναρτήσεις