Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ


ΠΗΓΗ:ΕΔΩ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΣ

Ο Ανδρέας, ο ένδοξος Απόστολος του Χριστού, ήταν γιος του Ιωνά και αδελφός του αγίου Αποστόλου Πέτρου [29 Ιουν.] και καταγόταν από την πόλη Βηθσαϊδά, στην ανατολική όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ. Αντίθετα με τον αδελφό του που ήταν έγγαμος, ο Ανδρέας προτίμησε να φυλάξει την παρθενία και διέμενε στο σπίτι του Πέτρου. Τα δύο αδέλφια ασκούσαν το επάγγελμα του ψαρά και τηρούσαν με ευλάβεια όλες τις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου. Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής και Πρόδρομος [7 Ιαν., 29 Αυγ.] διέτρεχε την Ιουδαία και τις περιοχές του Ιορδάνη ποταμού κηρύττοντας με ιερό σθένος τη μετάνοια προς τον λαό, ο Ανδρέας προσέτρεξε σε αυτόν, εγκατέλειψε ό,τι τον έδενε με τον κόσμο και έγινε μαθητής του. Μια μέρα, αφού είχε βαπτίσει τον Μεσσία Χριστό, ο Τίμιος Πρόδρομος συνομιλούσε με τον Ανδρέα και έναν άλλο του μαθητή και, δείχνοντας τον Σωτήρα Χριστό που περνούσε από εκεί κοντά, τους είπε: «Να, ο Αμνός του Θεού!» (Ιωάν. 1, 35). Ακούγοντας τα λόγια αυτά του διδασκάλου τους που τους έδειχνε Εκείνον, του Οποίου Πρόδρομος και Βαπτιστής είχε ορισθεί υπό του Θεού, οι δύο μαθητές Τον ακολούθησαν για να μάθουν περισσότερα για το πρόσωπό Του. Ο Χριστός στράφηκε προς αυτούς και τους ρώτησε: «Τι ζητάτε;». Εκείνοι απάντησαν με σεβασμό: «Ραββί, πού μένεις;». «Ελάτε και δείτε!», τους είπε ο Κύριος. Πήγαν λοιπόν μαζί Του στο σπίτι όπου έμενε ως ξένος και όλη την ημέρα του έκαναν ερωτήσεις. Δεν καταλάβαιναν ακόμη ότι Αυτός ήταν ο Σωτήρ και Υιός του Θεού, μήτε και επιθυμούσαν να γίνουν μαθητές Του, ένιωθαν όμως μια ανείπωτη έλξη προς Αυτόν.

Από τη συζήτηση αυτή, ο Ανδρέας πείσθηκε ότι ο Ιησούς ήταν ο Μεσσίας που ανέμενε ο λαός Του αιώνες τώρα, ο Λυτρωτής του κόσμου. Μη μπορώντας να συγκρατήσει την άφραστη χαρά του, έτρεξε προς τον αδελφό του τον Σίμωνα και του είπε: «Βρήκαμε τον Μεσσία!» (Ιωάν. 1, 41) και τον οδήγησε προς τον Ιησού Χριστό. Ο Ανδρέας, κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη τον Θεολόγο, ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε τον Χριστό και για τον λόγο αυτό έλαβε την ονομασία «Πρωτόκλητος». Κατά τον άγιο Ευαγγελιστή Μάρκο (1, 14) όπως επίσης και κατά τον Ευαγγελιστή άγιο Ματθαίο (4, 12), η κλήση αυτή των πρώτων Αποστόλων έλαβε χώρα λίγο μετά τη συνάντηση με τον Τίμιο Πρόδρομο· όταν εκείνος είχε συλληφθεί, οι μαθητές του είχαν επιστρέψει πίσω στις εργασίες τους και συνάντησαν τον Χριστό να διδάσκει στις όχθες της λίμνης Γεννησαρέτ.

Ο Ανδρέας εν συνεχεία ακολούθησε τον Κύριο όπου κι αν πήγαινε, σε πόλεις και χωριά, σε όρη και ερήμους, για να αρδεύεται από την πηγή των ζώντων υδάτων των λόγων Του. Ήταν παρών στον θαυμαστό πολλαπλασιασμό των άρτων (Ιωάν. 6) και μεσολάβησε στον Κύριο για να θρέψει με επίγεια τροφή τους πέντε χιλιάδες ανθρώπους. Ο Ανδρέας έτρεφε στενή φιλία με τον άγιο Φίλιππο που καταγόταν κι αυτός από τη Βηθσαϊδά. Όταν ορισμένοι Έλληνες ζήτησαν επίμονα από τον Φίλιππο να δουν τον Χριστό, ο Φίλιππος πήγε να το αναφέρει στον Ανδρέα που είχε μεγαλύτερη οικειότητα με τον Διδάσκαλο (Ιωάν. 12, 20). Μετά τους τρεις Αποστόλους, Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη -μάρτυρες των υψηλότερων αποκαλύψεων της θεότητας του Κυρίου-, ερχόταν λοιπόν στη σειρά ο Ανδρέας, χαίροντας, όχι τόσο μιας αυθεντίας επί των υπολοίπων μαθητών, όσο κάποιας προτεραιότητας έναντι των άλλων.

Έγινε μάρτυς των συνταρακτικών συμβάντων που ακολούθησαν το σωτήριο Πάθος του Κυρίου και παρευρέθηκε μαζί με άλλους στις εμφανίσεις Του μετά την Ανάσταση. Κατά την Πεντηκοστή έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος και του έπεσε ο κλήρος να ευαγγελίσει τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, τη Βιθυνία, τη Θράκη και την Ελλάδα (Μακεδονία, Θεσσαλία και Αχαΐα). Πιστός στις προτροπές του Κυρίου, δεν πήρε μαζί του «μήτε χρυσό, μήτε αργύριο, μήτε χάλκινο νόμισμα, μήτε σακί για τον δρόμο, μήτε ραβδί» (Ματθ. 10, 10) και πορεύθηκε για να κηρύξει το Ευαγγέλιο της Σωτηρίας. Είναι αδύνατον να αναφέρει κανείς πόσες θλίψεις και πόσους κινδύνους αντιμετώπισε: στερήσεις κάθε είδους, ασθένειες, κινδύνους από ληστές, κακομεταχείριση από Εβραίους και ειδωλολάτρες. Όπου κι αν πήγαινε όμως, τον συνόδευε το Άγιο Πνεύμα, μιλούσε διά του στόματός του, ενεργούσε θαύματα και θεραπείες, του χάριζε την υπομονή και τη χαρά στις δοκιμασίες. Και ήταν ακριβώς η δύναμη αυτή του Θεού, η οποία κατοικούσε μέσα του, που τραβούσε τα πλήθη στην Πίστη. Παντού όπου πήγαινε, αφού φώτιζε με το κήρυγμα τον νου των ανθρώπων, αναγεννούσε τις ψυχές με το λουτρό του αγίου Βαπτίσματος, χειροτονούσε πρεσβυτέρους και επισκόπους επικεφαλής τους, έκτιζε ναούς και οργάνωνε εκεί τη λατρεία του Θεού.

Μετέβη κατ’ αρχήν στην Αμισό, στις ακτές της Μαύρης Θαλάσσης, και μετέστρεψε εκεί πλήθος Εβραίων, θεράπευσε δε με τη δύναμη του Θεού όσους υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες. Εν συνεχεία, αφού συνέχισε την αποστολή του στην Τραπεζούντα και στη Λαζική, επέστρεψε για το Πάσχα στην Ιερουσαλήμ. Από εκεί, αναχώρησε με τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο για την Έφεσο και ευαγγέλισε για κάποιο χρονικό διάστημα τις δυτικές περιοχές της Μικράς Ασίας. Αναβαίνοντας ξανά προς την Προποντίδα και κηρύττοντας στις Νίκαια, Νικομήδεια, Χαλκηδόνα, Ηράκλεια του Πόντου, Άμαστρι, αναγκάσθηκε να αντιμετωπίσει επανειλημμένως φανατικούς οπαδούς της ειδωλολατρίας και σοφιστές με απατηλά λογικά επιχειρήματα, αλλά αποστόμωνε και τους μεν και τους δε με τη σοφία και τα θαύματά του. Φθάνοντας στη Σινώπη, ελευθέρωσε με την προσευχή του τον Απόστολο Ματθία από τις αλυσίδες του, αλλά συνελήφθη κι αυτός με τη σειρά του από μαινόμενους ειδωλολάτρες και υποβλήθηκε σε πολλά βασανιστήρια: τον έριξαν καταγής, τον κτυπούσαν όλοι μαζί, του έκοψαν μάλιστα και ένα δάχτυλο με τα δόντια. Σε όλες αυτές τις δοκιμασίες ο άγιος Ανδρέας δεν προσπάθησε μήτε να φύγει, μήτε να αντισταθεί, αλλά τα υπέμεινε όλα μιμούμενος τον Διδάσκαλό του, τον Αμνό του Θεού, ο Οποίος ήλθε στη γη για να υποφέρει και να άρει τις αμαρτίες του κόσμου. Στο θέαμα της σταθερότητάς του, της μακροθυμίας του απέναντι στους δημίους του και βλέποντας το πλήθος των θαυμάτων του, οι κάτοικοι της Σινώπης μετανόησαν, του ζήτησαν συγχώρηση και έλαβαν το άγιο Βάπτισμα.

Αφού εγκατέστησε επίσκοπο και πρεσβυτέρους στη Σινώπη, ο Απόστολος αναχώρησε για τις πόλεις του Πόντου, τις οποίες είχε ήδη ευαγγελίσει, για να στερεώσει την πίστη και το φρόνημά τους. Συνέχισε το κήρυγμά του και αντέκρουσε τους φιλοσόφους ειδωλολάτρες στη Νεοκαισάρεια και τα Σαμόσατα, κατόπιν δε, πήγε ξανά στην Ιερουσαλήμ για τη Σύνοδο των Αποστόλων που συνεκλήθη για το θέμα του τρόπου εισδοχής των πρώην ειδωλολατρών στην Εκκλησία (Πράξ. 15, 6).

Μετά την εορτή του Πάσχα, συνόδευσε για κάποιο διάστημα τον Ματθία και τον Θαδδαίο προς τις εσχατιές της Μεσοποταμίας και ξεκίνησε να κηρύξει το Ευαγγέλιο στις βαρβαρικές περιοχές ανατολικά της Μαύρης Θαλάσσης, νοτίως της σημερινής Ρωσίας (Κριμαία και Ουκρανία). Κατόπιν, κατέβηκε πάλι προς τη Θράκη και φώτισε με το κήρυγμά του τις καρδιές των κατοίκων της μικρής, τότε, πόλεως του Βυζαντίου. Έκτισε εκεί έναν ναό αφιερωμένο στην Κυρία Θεοτόκο και άφησε ως επίσκοπο τον άγιο Στάχυ [31 Οκτ.], έναν από τους Εβδομήκοντα μαθητές. Συνέχισε την ακάματη περιοδεία του σε Θράκη, Μακεδονία και Θεσσαλία και έφθασε μέχρι την Πάτρα, την Πελοπόννησο.

Στην Πάτρα, ο άγιος Απόστολος μετέτρεψε την ίδια τη σύζυγο του Ρωμαίου ανθύπατου, τη Μαξιμίλα, θεραπεύοντάς την από ανίατη ασθένεια. Επιδαψίλευσε τις αγαθοεργίες του και στους άλλους κατοίκους και συγκρότησε γρήγορα μια κοινότητα μαθητών του Χριστού. Κατά την απουσία του ανθύπατου Αιγεάτη, μετέτρεψε επίσης και τον αδελφό και αντικαταστάτη του, Στρατοκλή. Ο Αιγεάτης επέστρεψε εξοργισμένος με την πρόοδο του χριστιανισμού που είχε φθάσει μέσα στο ίδιο του το σπίτι και διέταξε να συλληφθεί ο Απόστολος. Από τη φυλακή του ο Ανδρέας, συνέχισε το κήρυγμά του και χειροτόνησε τον Στρατοκλή επίσκοπο Πατρών. Λίγες ημέρες αργότερα εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση δίχως δίκη, και ο άγιος σταυρώθηκε ανάποδα δεμένος με σχοινιά σ’ έναν σταυρό, ώστε να παρατείνεται το μαρτύριό του. Ας σημειωθεί ότι σε μερικές παραλλαγές του μαρτυρίου του, πιθανόν υπό την επίδραση του μαρτυρίου του Αποστόλου Πέτρου, αναφέρεται ότι ο άγιος Ανδρέας σταυρώθηκε χιαστί. Με πόση χαρά όμως δέχθηκε να μιμηθεί τον Χριστό, ακόμη και στον τρόπο θανάτου υπέρ Αυτού! Αφού συγκράτησε τους φίλους του που ήθελαν να τον σώσουν, ο Απόστολος Ανδρέας ευλόγησε για τελευταία φορά τους πιστούς και παρέδωσε το πνεύμα. Σύντομα ο ανθύπατος υπέστη βίαιο θάνατο ως τιμωρία για την ανομία του, ενώ ο νέος επίσκοπος Στρατοκλής, αφού μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς, ανήγειρε καθεδρικό ναό στον τόπο όπου μαρτύρησε ο σεπτός Απόστολος.

Πολλά χρόνια μετά, στις 3 Μαρτίου του 357, τα τίμια λείψανα του αγίου μετέφερε από την Πάτρα στην Κωνσταντινούπολη ο άγιος Αρτέμιος [20 Οκτ.], με διαταγή του Κωνσταντίου, γιου του αγίου Κωνσταντίνου. Εναποτέθηκαν μαζί με εκείνα του αγίου Λουκά [18 Οκτ.] και του αγίου Τιμοθέου [22 Ιαν.] στη νεόκτιστη τότε εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Πέντε αιώνες αργότερα, επέστρεψαν στην Πάτρα, σταλμένα από τον Βασίλειο Α΄ τον Μακεδόνα (867-886). Εν συνεχεία, μπροστά στην απειλή της τουρκικής εισβολής στην Πελοπόνησσο, προσφέρθηκαν στον πάπα της Ρώμης Πίο Β΄ (1458-1464) από τον δεσπότη του Μωρέως Θωμά Παλαιολόγο (1409-1465), το 1460. Η κάρα του αγίου επέστρεψε, τέλος, στις 26 Σεπτεμβρίου 1964, προς χαρά και παρηγορία όλων των πιστών ορθοδόξων.

Σύμφωνα με μια σλαβική παράδοση, ο άγιος Ανδρέας φέρεται να έφθασε μέχρι τη Ρωσία, γεγονός που θα προσέφερε στη ρωσική Εκκλησία μια εξίσου μακρινή, αποστολική καταβολή με εκείνη του Βυζαντίου. Όπως και να έχει, αυτή όντως ανήκει στον κλάδο που προέρχεται από τον άγιο Ανδρέα, αφού μετά τη μεταστροφή της, υπαγόταν για πολλούς αιώνες στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως.

Στη δυτική παράδοση, ο άγιος τιμάται ιδιαιτέρως ως προστάτης της Σκωτίας. Κατά τον μεσαίωνα υπήρχαν εκεί περισσότερες από 800 εκκλησίες αφιερωμένες στον Πρωτόκλητο. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος (Νοέμβριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2025

Ψίθυροι Καρδιάς - Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς

 


Ένα ντοκιμαντέρ γεμάτο μαρτυρίες για την χαρισματική Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς (1921-1995) που αποτέλεσε την Μητέρα που αναγέννησε τον γυναικείο μοναχισμό στην Ελλάδα, υπό την πνευματική καθοδήγηση του Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή, του Αγίου Εφραίμ Κατουνακιώτη, του Αγίου Ιακώβου του εν Ευβοία, και βέβαια του Μακαριστού Γέροντα Εφραίμ του Φιλοθεϊτη (Αριζονίτη). Στην συνείδηση του Ορθόδοξου λαού η Γερόντισσα Μακρίνα είναι ήδη αγία. 
Μια παραγωγή της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου του Πρόδρομου, Goldendale, WA, USA

Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025

Ο όσιος Θεοδόσιος Τιρνόβου


 

Ο όσιος Θεοδόσιος Τιρνόβου 
27 Νοεμβρίου 

Ο όσιος Θεοδόσιος γεννήθηκε στα τέλη του 13ου αιώνα στην περιοχή του Τιρνόβου και έγινε μοναχός από νεαρή ηλικία σε μονή του Αρτσάρ (κοντά στο Βιδίνιο), όπου διακρίθηκε για την ταπεινοφροσύνη του. Μετά τον θάνατο του πνευματικού του πατέρα, πέρασε από πολλά μοναστήρια αναζητώντας έναν καινούργιο εν Χριστώ πατέρα και τόπο πρόσφορο για ησυχία και προσευχή. 
Ευρισκόμενος σε μια ομάδα μοναχών που έμεναν στο δάσος κοντά στο Σλίβεν, άκουσε να γίνεται λόγος για την πρόσφατη άφιξη στην Παρορία, στα σύνορα Βουλγαρίας και βυζαντινής αυτοκρατορίας, του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτου [6 Απρ.] και των μαθητών του που είχαν έρθει από το Άγιον Όρος για να ξεφύγουν από τις επιδρομές Τούρκων πειρατών. Αμέσως έσπευσε να συναριθμηθεί μεταξύ αυτών και απεδείχθη υπόδειγμα υπακοής και ζηλωτής της νοεράς προσευχής. Εκεί συνδέθηκε με στενή πνευματική φιλία με τον όσιο Ρωμύλο [18 Σεπτ.]. 
Χάρη στην παρέμβασή του, η αδελφότητα μπόρεσε να επωφεληθεί της προστασίας του Βούλγαρου βασιλέα Ιωάννη Αλεξάνδρου (1331-1371), μεγάλου θαυμαστού των μοναχών και του βυζαντινού πολιτισμού, και να εφοδιασθεί με μέσα άμυνας κατά των συχνών επιθέσεων των Τούρκων. 
Όταν εκοιμήθη ο όσιος Γρηγόριος, στα 1346, οι αδελφοί θέλησαν να κάνουν ηγούμενό τους τον Θεοδόσιο, εκείνος όμως αρνήθηκε και αναχώρησε με τον Ρωμύλο για το Σλίβεν πρώτα, κατόπιν δε για το Άγιον Όρος. Εκεί όμως δεν μπόρεσαν να βρουν την ησυχία εξαιτίας των Τούρκων και συνέχισαν την περιοδεία τους προς τη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια και εν συνεχεία την Κωνσταντινούπολη. Τέλος, ο Θεοδόσιος επέστρεψε στη γενέτειρά του και ίδρυσε ένα μοναστήρι στο όρος Κελιφάρεβο (ή Κεφαλάρεβο) –πλησίον του σημερινού Μπουργκάς στη Μαύρη Θάλασσα – χάρη στην πρόθυμη βοήθεια του βασιλέα. 
Στη μονή εφαρμόσθηκαν αυστηρά οι πνευματικές αρχές που δίδασκε ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης και σύντομα βρέθηκαν εκεί συγκεντρωμένοι πενήντα περίπου μοναχοί, αφιερωμένοι εν ησυχία και ευταξία στη νοερά προσευχή, στην αντιγραφή χειρογράφων και στη μετάφραση στα σλαβονικά των έργων των Πατέρων της Εκκλησίας. 
Χάρη στην ακτινοβολία της αγιότητας του Θεοδοσίου και στη θεολογική αυτή δραστηριότητα, το μοναστήρι αυτό έγινε το κέντρο απ’ όπου διαδόθηκε ο ησυχασμός σε όλη τη Βουλγαρία και ο φάρος της Ορθοδοξίας κατά των αιρέσεων (Βογόμιλοι και Ιουδαΐζοντες). Μαθητές συνέρρεαν εκεί για να φωτισθούν από τη διδαχή του οσίου Θεοδοσίου από όλα τα μέρη: τη Σερβία, την Ουγγαρία, τη Βλαχία. 
Οι επιδρομές ωστόσο των Τούρκων που συνεχίζονταν, ανάγκασαν τον όσιο να αποσυρθεί σε μια σπηλιά για να βρει την ησυχία, την απαραίτητη για την προσευχή. Τρία χρόνια αργότερα αρρώστησε, βρήκε εντούτοις τις δυνάμεις να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη για να συζητήσει με τον συμμαθητή και βιογράφο του, τον πατριάρχη άγιο Κάλλιστο Α’ [20 Ιουν.], εκκλησιαστικά προβλήματα που απειλούσαν την εποχή εκείνη τις σχέσεις της βουλγαρικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εκοιμήθη στη Μονή του Αγίου Μάμαντος, στις 27 Νοεμβρίου 1363, και ετάφη με μεγάλες τιμές. 
Ο όσιος Θεοδόσιος ήταν αυτός που διέδωσε στη Βουλγαρία την πνευματική διδασκαλία, την οποία είχε εισαγάγει στο Άγιον Όρος ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης. Μέχρι τα τέλη του αιώνα, ο οποίος υπήρξε η χρυσή εποχή της βουλγαρικής Εκκλησίας, οι πιο διακεκριμένες μορφές της εκκλησιαστικής ζωής ήταν μαθητές του, ιδιαίτερα δε ο άγιος Ευθύμιος, πατριάρχης Τιρνόβου [20 Ιαν.], και ο άγιος Κυπριανός, μητροπολίτης Κιέβου [16 Σεπτ.]. 

«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος, Νοέμβριος
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

 

ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΠΕΡΣΗΣ



ΑΓΙΟΣ ΙΑΚΩΒΟΣ Ο ΠΕΡΣΗΣ

ΠΗΓΗ:ΕΔΩ  

27 Νοεμβρίου 

Ο ένδοξος αθλητής του Χριστού Ιάκωβος καταγόταν από το Μπεΐτ-Λαπάντ, κοντά στα Σούσα της Περσίας. Ήταν γόνος ευγενούς και πλούσιας οικογενείας και έγινε έμπιστος του βασιλέα της Περσίας Βαχράμ Ε΄ (420-438), γιου του Ισδιγέργη Α΄ (399-425), ο οποίος του προσέφερε τιμές και προνόμια στην αυλή του. Τυφλωμένος από την εύνοια αυτή του ηγεμόνα, τις κολακείες και τις μάταιες ηδονές του κόσμου τούτου, ο Ιάκωβος, που είχε λάβει χριστιανική ανατροφή από τους γονείς του, αρνήθηκε τον Χριστό και ασπάσθηκε την ειδωλολατρική θρησκεία του βασιλέα. Όταν το έμαθαν αυτό η μητέρα και η γυναίκα του, του έστειλαν μία επιστολή με την οποία τον πληροφορούσαν ότι δεν τους συνέδεε πια τίποτε μαζί του, αφού αυτός είχε προτιμήσει την πρόσκαιρη δόξα από την αγάπη του Χριστού και την επαγγελία των αιωνίων αγαθών. Τα λόγια αυτά συντάραξαν βαθιά τον Ιάκωβο και, συνερχόμενος όπως από μέθη, έκλαυσε πικρά για το αμάρτημά του και άλλαξε ριζικά στάση απέναντι στον βασιλέα. Ομολόγησε δημοσίως το σφάλμα του και διακήρυξε παντού ότι ήταν μαθητής του Σωτήρος Χριστού που σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας. Δεν είχε πια παρά μόνον μία επιθυμία: να συμμερισθεί τον ζωοποιό τούτο θάνατο για να βρει μια θέση πλησίον του Θεού. 
Στο θέαμα αυτό ο ηγεμόνας έγινε έξω φρενών και αφού έβαλε να συλλάβουν τον άγιο διέταξε να τον υποβάλουν σε τρομερά βασανιστήρια. Η τόλμη του μάρτυρα αυξανόταν διαρκώς με τους πόνους και ενέπαιζε τον βασιλέα και τους δημίους του για την ανημποριά τους. Ο τύραννος τότε μηχανεύθηκε ένα τρομερό μαρτύριο και κάλεσε όλη την πόλη για να το παρακολουθήσει. Αφού έδεσαν τον άγιο, άρχισαν να του κόβουν μεθοδικά τα μέλη του, κομμάτι-κομμάτι, αρχίζοντας από τα χέρια και τα πόδια. Μία θεία δύναμη τον περιέβαλε τότε, καθιστώντας τον τελείως απαθή και ξένο στον αφόρητο πόνο. Τέλος αποκεφαλίσθηκε και, όχι μόνον έλαβε συγχώρεση για το σφάλμα του, αλλά αξιώθηκε και τις αιώνιες απολαύσεις που προορίζονται για τους γενναίους και μακάριους αθλητές του Χριστού. 



«Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,
Τόμ. 3ος, Νοέμβριος
Εκδόσεις «Ίνδικτος»,

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Επιστολή περί μοναχισμού, νοεράς προσευχής και υπακοής.



Επιστολή 2η 
Επιστολή περί μοναχισμού, νοεράς προσευχής και υπακοής. 
Επιστολή εἰς μοναχές 
Εν Χριστῷ ἀγαπημένες μου ψυχές. Εὔχομαι ἡ Χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νά κυματίζῃ μέσα σας. Δέν γνωρίζω τί ἀκριβῶς σᾶς ἔχει πῇ ὁ ἀγαπητός μου ἀδελφός καί σεβαστός Γέροντάς σας γιά μένα. Πάντως, ὡς συμπεραίνω, ἡ ἀγάπη του γιά μένα ὑπερβαίνει τό ὅριον τῆς ἀληθείας καί ἀκριβείας. Δέν θά τολμοῦσα οὔτε κατά διάνοιαν νά σᾶς ὁμιλήσω, διότι γνωρίζω ὅτι δέν ὑπάρχει κενόν τι είς τάς ὁμιλίας του πρός ἐσᾶς γιά νά ἔλθω τώρα ἐγώ νά τό συμπληρώσω ἤ καί νά τό πληρώσω, ἀλλά ἀφοῦ μέ παρακαλεῖτε, ἤ μᾶλλον μέ πιέζετε νά σᾶς γράψω κάτι, ὄχι τί καινόν εἰς τά τοῦ Γέροντά σας, ἀλλά τό ἴδιο μέ ἄλλους λόγους, ὅτι σᾶς ἄκουσα, ἵνα μή φανῶ πυρήκοος. 
Γνωρίζω ὅτι γράφω πρός ψυχάς αἵ ὁποῖαι ἀπηρνήθηκαν τόν κόσμον καί τά τοῦ κόσμου καί ἀφιέρωσαν τόν ἑαυτόν τους ἐξ ὁλοκλήρου γιά τήν ἄλλην ζωήν, στόν Ἐπουράνιον Νυμφίον, τόν γλυκύτατον Ἰησοῦν. Ἐνεδύθησαν τό ἔνδυμα τῆς ἀγάπης, τῆς παρθενίας, τῆς σωφροσύνης, τῆς ὑπακοῆς, τῆς προσευχῆς. Ἔφυγαν μακρά ἀπό τόν κόσμον, οὐχί μόνον μέ τό σῶμα, ἀλλά πολύ περισσότερον μέ τό πνεῦμα. Συναγωνίζονται νύκτα καί ἡμέρα μέ τούς ἀσάρκους ἀγγέλους, ἐν σαρκί οὖσαι εἰς τήν δοξολογίαν τοῦ Θεοῦ. Ἡμέρα τῇ ἡμέρᾳ προκόπτουν (αὐτοπαρατηρῶσαι ἑαυτάς) εἰς τήν ἐξομολόγησιν, εἰς τήν ὑπακοήν, εἰς τήν προσευχήν καί γενικῶς εἰς τήν αὐτοσυγκέντρωσιν. Τάς περιλούει ἡ σιωπή, ἤ μᾶλλον ἡ σμικρολογία, τό πένθος, τά ἀείρροα δάκρυα, ὁ θεῖος ἔρως, ὁ παρθενικός θεῖος ἔρως τοῦ γλυκυτάτου καί ὡραιοτάτου Ἰησοῦ Χριστοῦ καί δέν παύουν οὔτε στιγμήν, πού νά μή προφέρουν τό γλυκύτατον Αὐτοῦ ὄνομα. Ἰησοῦ μοῦ γλυκύτατε ἐλέησόν με. Ἰησοῦ μοῦ γλυκειά ἀγάπη ἐλέησόν με. Ἰησοῦ μοῦ Νυμφίε μου, ἐλέησόν με. 
Βεβαίως αὐτή ἡ εὐχή δέν εἶναι ἡ ἴδια γιά ὅλους τούς ἀνθρώπους, δηλαδή γιά ὅλες τίς καταστάσεις. Ὁ ἕνας τήν λέγει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ὁ ἄλλος τήν λέγει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Ὁ ἄλλος, Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος, Ἰησοῦ μου, ἐλέησόν με. Ὁ ἄλλος, Ἰησοῦ μου, καί ὁ τελευταῖος δέν προφέρει τίποτε, ἀλλά κάθεται σιωπῶντας καί ἐντρυφῶντας τήν θείαν γλυκύτητα. Εὔχομαι νά φθάσετε στήν τελευταία κατάστασιν. Ὅλα ἔρχονται διά μέσου τῆς ὑπακοῆς. Ἡ ἀρχή καί τό τέλος τῆς μοναχῆς, ἤ ὑπακοή εἶναι. Ὅλα τά χαρίσματα διά μέσου τῆς ὑπακοῆς χορηγοῦνται. 
Ὑπακοή = ΖΩΗ. Παρακοή = ΘΑΝΑΤΟΣ

  

ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ 
ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΑΥΤΟΥ

Τόμος Α΄ 

Νικολάου Μπαλδιμτσή Ιατρού

Αρχιμ. Σάββα Αγιορείτου 

Ιερά μονή Αγίας Τριάδος Εδέσσης

2024

Όσιος Ακάκιος «ὁ ἐν τῇ Κλίμακι».

 
Όσιος Ακάκιος «ὁ ἐν τῇ Κλίμακι».  
26 Νοεμβρίου. 
Κακὸν φυγὼν πᾶν Ἀκάκιος ἐν βίῳ.
Καλοῖς ἀπείροις ἐντρυφᾷ λιπὼν βίον. 
Ο Όσιος Ακάκιος αναφέρεται από τον Άγιο Ιωάννη, που συνέγραψε την Κλίμακα [ 30 Μαρτίου] γι' αυτό και ονομάζεται «ὁ ἐν τῇ Κλίμακι». 
Μόνασε στη Μικρά Ασία (στο Μοναστήρι Κελλιβάρα του όρους Λάτρου) και διακρίθηκε για την ανεξάντλητη υπομονή του. Έλεγε μάλιστα: «πλανώνται όσοι νομίζουν ότι δεν θυμώνω ποτέ. Θυμώνω, αλλά κατά των δύο μεγαλυτέρων εχθρών. Ο ένας είναι ο Σατανάς, τον άλλο περιττό να σας τον πω» και έδειχνε τον εαυτό του. 
Στο Μοναστήρι είχε πολύ δύστροπο προϊστάμενο, αλλά απέναντι του ο Ακάκιος δεν έλεγε το παραμικρό. Ο ηγούμενος τον κακοποιούσε και ο Ακάκιος τον αγαπούσε, όμως τον έθλιβε το γεγονός ότι κινδύνευε η σωτηρία του ηγουμένου του από την όλη διαγωγή του. 
Ο Ακάκιος πέθανε νέος, έχοντας παροιμιώδη υπομονή και ζωντανή ελπίδα στον Θεό. 
Ακολουθία του Οσίου συνέγραψε ο σοφολογιότατος διδάσκαλος Xριστοφόρος Προδρομίτης.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, στον συναξαριστή του, μας πληροφορεί ότι το τίμιο λείψανο του Αγίου έμεινε άφθορο και σώο για πολλά χρόνια. Μας διηγείται δε και την εξής ιστορία: 
«Συνέβη δε μίαν φοράν να εύγουν οι μοναχοί του Mοναστηρίου εκείνου διά να θερίσουν. Eπειδή εις τούτο τους εκάλει ο του θέρους καιρός. Δύω δε μόνον αδελφοί έμειναν εις το Mοναστήριον. O ένας μεν, διά να το φυλάττη, ο δε άλλος, διατί ήτον ασθενής. Hκολούθησε λοιπόν και απέθανεν ο ασθενής. O δε άλλος αδελφός, μόνος ώντας, δεν εδύνετο να σκάψη τάφον, και τα άλλα να κάμη τα εις ταφήν επιτήδεια. Όθεν ανοίξας τον έτοιμον τάφον του Aγίου Aκακίου, εκεί έβαλε τον αποθανόντα ομού με τον Άγιον. 
Kατά την αυρινήν δε ημέραν πηγαίνωντας εις τον τάφον, ευρήκεν ερριμμένον έξω του τάφου τον αποθανόντα αδελφόν. Kαι πάλιν έβαλεν αυτόν μέσα εις τον τάφον του Aγίου. Eπειδή δε πάλιν εύρεν αυτόν έξω ερριμμένον, επαραπονείτο προς τον Άγιον, δικαιολογούμενος και λέγων. Ήκουσα, Άγιε Aκάκιε, ότι κανένας άλλος δεν επρόκοψεν εις την υπακοήν καθώς εσύ. Aλλά τώρα, ως βλέπω, έγινες παρήκοος και υπερήφανος τόσον, ώστε οπού δεν δέχεσαι τον αδελφόν μέσα εις τον τάφον σου, αλλά τον ρίπτεις έξω. Λοιπόν ή άφες αυτόν να ευρίσκεται μαζί σου εις ένα τάφον, ή ανίσως πάλιν ρίψης αυτόν έξω, πλέον δεν θέλω σε υποφέρω, αλλά θέλω σε εκβάλω από τον τάφον. Όθεν έβαλε τον αδελφόν πάλιν εις τον τάφον του Aγίου και ανεχώρησε. Tην αυρινήν δε ημέραν πηγαίνωντας πάλιν, τον μεν αποθανόντα αδελφόν, εύρε κείμενον εις τον τάφον, τον δε Άγιον Aκάκιον δεν ευρήκεν. Όθεν έως της σήμερον βλέπεται ο τάφος άδειος, έχων την επωνυμίαν του Aγίου Aκακίου».
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ΄. Ταχὺ προκατάλαβε.
ώας ἐξήστραψας, ὥσπερ ἀστὴρ φαεινός, καὶ πάντας ἐφαίδρυνας τῶν μονοτρόπων χορούς, Ἀκάκιε ὅσιε, αἴγλη τῶν ἀρετῶν σου, καὶ διήγειρας τούτους, ἄνθεσιν ἐγκωμίων, καταστέφειν σὺν πόθῳ, τὴν σὴν φαιδρὰν καὶ σεπτήν, καὶ πάντιμον μνήμην.

Ο άγιος νεομάρτυς Γεώργιος ο Χίος


Ο άγιος νεομάρτυς Γεώργιος ο Χίος 

26 Νοέμβριος  

Ο άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στη Χίο από χριστιανούς γονείς και μικρός ακόμη μπήκε μαθητευόμενος σε έναν ικανό ξυλογλύπτη. Κάποτε που είχαν πάει στα Ψαρά για να φτιάξουν εικονοστάσια, έφυγε μια μέρα από το σπίτι του αφεντικού του παρέα με άλλους νεαρούς για την Καβάλα και τους έπιασαν σε ένα μποστάνι να κλέβουν πεπόνια. Τον παρέδωσαν στον Τούρκο καδή και φοβούμενος τις τιμωρίες δέχθηκε να γίνει μουσουλμάνος, με το όνομα Αχμέντ. 
Όταν έγινε δέκα χρονών, μετέβη πάλι στη Χίο και επέστρεψε στο πατρικό σπίτι κλαίγοντας και θρηνώντας για την αποστασία του. Ο πατέρας του τότε τον εμπιστεύθηκε στις φροντίδες ενός καλού χριστιανού στις Κυδωνίες για να μην τον βρουν οι Τούρκοι. Εν συνεχεία τον υιοθέτησε μια γηραιά κυρία, η οποία τον στερέωσε στην πίστη. 
Σε ηλικία είκοσι έξι ετών, αρραβωνιάσθηκε με μια νέα του χωριού. Λίγο αργότερα όμως, μετά από μια διένεξη με τον αδελφό της, ο μέλλων γαμπρός του τον κατέδωσε στις τουρκικές αρχές ως αποστάτη. 
Ο Γεώργιος φυλακίσθηκε και βασανίσθηκε, οι δοκιμασίες όμως αυτές καθώς και μία συζήτηση που είχε με έναν άλλο ομολογητή της πίστεως είχαν ως αποτέλεσμα να ενδυναμώσουν την αγάπη του για τον Χριστό και να τον κάνουν να λάβει την απόφαση να θυσιάσει τη ζωή του για Εκείνον. 
Τη νύκτα της 24ης Νοεμβρίου 1807 εκοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων και προετοιμάσθηκε γαλήνια για τον θάνατο. Την επομένη αποφασίσθηκε η εκτέλεσή του και οι ιερείς της πόλεως συγκέντρωσαν όλους τους πιστούς φίλους των μαρτύρων για να τελέσουν ολονυκτία και να παρακαλέσουν τον Θεό να δώσει θάρρος και υπομονή στον μέλλοντα μάρτυρα την ώρα της δοκιμασίας. 
Οι ψαλμωδίες και οι δοξαστικοί ύμνοι συνεχίζονταν ακόμη στην εκκλησία, όταν το χάραμα ο Γεώργιος οδηγήθηκε στον τόπο της εκτελέσεως επαναλαμβάνοντας αδιάκοπα το όνομα του Ιησού και εκείνο της Υπεραγίας Θεοτόκου. 
Αφού δήλωσε εκ νέου ότι ήταν χριστιανός και ήθελε να πεθάνει χριστιανός, τουφεκίσθηκε. Δεν πέθανε όμως, και καθώς παρέμενε γονατιστός και ασάλευτος, ο δήμιος τον διέταξε να σκύψει τον αυχένα και αφού τον άφησε για λίγο εν αναμονή, πήρε το ξίφος και τον έπληξε βίαια δύο φορές. 
Ο άγιος, ωστόσο, δεν έπαυε να επαναλαμβάνει το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έξαλλος τότε ο δήμιος τον έριξε κατά γης και τον έσφαξε σαν αρνί. Καθώς το αίμα του έτρεχε κατά κύματα και μέχρι την τελευταία του πνοή, ο άγιος δεν έπαψε να εκφέρει το όνομα του Κυρίου.

Νέος Συναξαριστής
της Ορθοδόξου Εκκλησίας,
Τόμος 3ος (Νοέμβριος),
Εκδόσεις «Ίνδικτος».

Ἅγιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε»


Φώτης Κόντογλου  
Ἅγιος Νίκων ὁ «Μετανοεῖτε»

(ἀπὸ τὸ Ἀσάλευτο Θεμέλιο, Ἀκρίτας 1996)

Αὔριο Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου, γιορτάζεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἡ μνήμη τοῦ ἁγίου Νίκωνος «τοῦ Μετανοεῖτε». Τὸν εἴπανε «Μετανοεῖτε», ἐπειδὴ ἔλεγε συχνὰ στοὺς ἀνθρώπους νὰ μετανοήσουνε, ὅπως ἔκανε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. 
Πατρίδα τοῦ ἤτανε κάποια χώρα τοῦ Πόντου ποὺ τὴ λέγανε Πονεμωνιακή. Γεννήθηκε τὸν καιρὸ ποὺ βασίλευε στὴν Κωνσταντινούπολη ὁ Νικηφόρος Φωκᾶς. Οἱ γονιοί του ἤτανε πλούσιοι, μὰ ὄχι μοναχὰ στὰ ὑλικὰ πλούτη μὰ καὶ στὰ πνευματικά. Γιὰ τοῦτο τὸν ἀναθρέψανε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου». Καὶ ἐνῶ τὰ ἄλλα τὰ ἀδέρφια του καὶ οἱ φίλοι τοῦ ἤτανε παραδομένοι στὶς διασκεδάσεις καὶ στὰ ἱπποδρόμια, ὁ Νίκων ἀγαποῦσε τὴ θρησκεία, κ᾿ ἤτανε ταπεινὸς καὶ φρόνιμος σὲ ὅλα, λιγόφαγος, ἁπλὸς στοὺς τρόπους, σεμνολόγος, φυλάγοντας τὰ μάτια του νὰ μὴν μπεῖ μέσα του ὁ σαρκικὸς πειρασμὸς ποὺ χαλᾶ τὴν ἁγνότητα τῆς νεότητος. Μιὰ μέρα τὸν ἔστειλε ὁ πατέρας του, ποὺ εἶχε πολλὰ κτήματα, νὰ ἐπιστατήσει ἀπάνω στοὺς ἐργάτες ποὺ δουλεύανε σ᾿ αὐτά, καὶ σὰν εἶδε τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρώτα ποὺ χύνανε αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, τόσο λυπήθηκε ἡ ψυχή του, ποὺ παράτησε παρευθὺς καὶ τὰ κτήματά του καὶ τοὺς γονιούς του καὶ τὴν πατρίδα τοῦ κ᾿ ἔφυγε χωρὶς νὰ γνωρίζει ποὺ πηγαίνει, ἀφοῦ γι᾿ αὐτὸν ὅλη ἡ οἰκουμένη ἤτανε τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸ λόγο ποὺ λέγει «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς». Ἀφοῦ πέρασε πολλοὺς τόπους ποὺ δὲν τὸν ἤξερε κανένας, ἔφταξε σ᾿ ἕνα βουνὸ ποὺ ἤτανε τὸ σύνορο ἀνάμεσα στὸν Πόντο καὶ στὴν Παφλαγονία καὶ ποὺ εἶχε κ᾿ ἕνα μοναστήρι λεγόμενο Χρυσὴ Πέτρα. Σὰν εἶδε τὸ μοναστήρι ὁ Νικήτας, ἔνοιωσε μεγάλη χαρά. Κι᾿ ὁ Θεὸς φώτισε τὸ γέροντα ἡγούμενο, ποὺ ἤτανε ἅγιος ἄνθρωπος, καὶ βγῆκε στὴν πόρτα καὶ καλωσόρισε τὸν Νικήτα καὶ τὸν ἀγκάλιασε σὰν πατέρας τὸ γυιό του καὶ τὸν κάλεσε μὲ τὄνομά του. Ὁ Νικήτας σὰν ἄκουσε τὸ γέροντα νὰ τὸν φωνάζει μὲ τὄνομά του χωρὶς νὰ τὸν ἔχει δεῖ ποτέ, φτεροκόπησε ἡ καρδιά του καὶ μπῆκε μαζὶ μὲ τὸν ἡγούμενο στὴν ἐκκλησία, καὶ τὴν ἴδια ὥρα τὸν κούρεψε μοναχὸ μὲ τὄνομα Νίκων. Ἀπὸ κείνη τὴν ἡμέρα ξέχασε ὁλότελα πιὰ πὼς ζεῖ σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Τὴ μέρα δούλευε στὴν ὑπηρεσία ποὺ τὸν ἔβαλε ὁ γέροντάς του, καὶ τὴ νύχτα δὲν κοιμότανε, ἀλλὰ ἀγρυπνοῦσε μὲ προσευχὴ καὶ μὲ δάκρυα, γιὰ νὰ μὴν ἀφήσει νὰ μολευθεῖ ἡ νεανικὴ ψυχή του ἀπὸ κανέναν ἄσχημο διαλογισμὸ κι᾿ ἀπὸ τὴν πονηριὰ ποὺ μπαίνει τόσο εὔκολα στὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ ἄλλοι ἀδελφοὶ τῆς μονῆς τὸν ἀγαπήσανε πολύ, γιατὶ ἤτανε ἀπερηφάνευτος, πρᾷος καὶ καλοκάγαθος. Δώδεκα χρόνια ἔζησε μέσα στὸ μοναστήρι τῆς Χρυσῆς Πέτρας. Στὸ μεταξὺ ὁ πατέρας του χάλασε τὸν κόσμο γιὰ νὰ τὸν βρεῖ, πλὴν μάταια κοπίασε. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔπαψε νὰ τὸν ψάχνει, ὁ ἅγιος παρακάλεσε τὸ γέροντά του νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει ἀπὸ τὸ μοναστήρι, ὅπως κ᾿ ἔγινε. Μὰ σὰν πέρασε τὸ ποτάμι Παρθένι, γύρισε κ᾿ εἶδε στὴν ἀντικρινὴ ἀκροποταμιὰ τὸν πατέρα του μὲ τὰ ἄλλα παιδιά του καὶ μὲ τὴ συνοδεία του, καὶ σὰν τὸν γνώρισε ὁ γέρος, ἄρχισε νὰ κλαίγει καὶ νὰ φωνάζει στὸν Νικήτα νὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ νὰ γυρίσει στὸ σπίτι τους, κ᾿ ἤθελε νὰ πέσει στὸ ποτάμι. Μὰ τὸν μποδίσανε οἱ δικοί του, γιατὶ εἶχε φουσκώσει τὸ ρεῦμα του ἀπὸ τὰ πολλὰ νερὰ ποὺ κατέβασε. Κι᾿ ὁ μακάριος Νίκων, σφίγγοντας τὴν καρδιά του, γύρισε κατὰ τὸν πατέρα του καὶ γονάτισε καὶ τὸν προσκύνησε, κ᾿ ὕστερα ἔστριψε πάλι καὶ τράβηξε τὸ δρόμο του. Πέρασε ἀπὸ βουνὰ ἔρημα, ἀπὸ κρεμνοὺς καὶ καταβόθρες. Τὰ ροῦχα του ἤτανε λερὰ καὶ τριμμένα, τὰ πόδια του ξυπόλητα. Βαστοῦσε μοναχὰ ἕνα ραβδὶ κ᾿ ἕνα σταυρό. Τρία χρόνια γυροβολοῦσε ἔτσι στὰ βουνὰ ποὺ ἤτανε λημέρια τῶν ληστῶν, κ᾿ ἔτρωγε χορτάρια. Πολλὲς φορὲς τὸν συναπαντούσανε αὐτοὶ οἱ φονηάδες καὶ τὸν κλωτσούσανε. Μὰ σὰν εἴδανε πὼς στὴν κακία τοὺς ἀποκρινότανε μὲ ἀγάπη καὶ μὲ ταπείνωση, τὸν ἀγαπήσανε κι᾿ αὐτοὶ καὶ τὸν τιμούσανε σὰν ἅγιο. Σὰν περάσανε τρία χρόνια ποὺ ἔζησε ἀπάνω στὰ βουνά, ἀποφάσισε νὰ κατέβει στὶς πολιτεῖες καὶ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴ μετάνοια. Ἤτανε τότε ὡς 36 χρονῶν, κατὰ τὰ 959 μ.X. Ἀφοῦ πέρασε βιαστικὰ τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς, μπαρκάρησε σ᾿ ἕνα καράβι γιὰ νὰ πάγη στὴν Κρήτη, στὰ 961 μ.X., ἐπειδὴ οἱ Ἄραβες εἴχανε ἀλλαξοπιστήσει τοὺς χριστιανοὺς μὲ τὸ σπαθί. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μπόρεσε καὶ τοὺς γύρισε στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, κ᾿ ὕστερα ἀπὸ ἑφτὰ χρόνια ἔφυγε ἀπὸ τὴν Κρήτη καὶ πῆγε στὴν Ἐπίδαυρο στὰ μέρη τοῦ Δαμαλᾶ, κ᾿ ἐκεῖ κήρυξε τὴ μετάνοια κ᾿ ἔσωσε ψυχές. Ἀπὸ τὸν Δαμαλᾶ μπῆκε σ᾿ ἕνα καΐκι γιὰ νὰ πάγη στὴν Ἀθήνα. Μαζὶ μὲ τὸ καΐκι ποὺ μπῆκε ὁ ἅγιος, ταξίδευε κ᾿ ἕνα ἄλλο γιὰ τὴν Ἀθήνα, καὶ περνώντας ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα βγήκανε οἱ ναῦτες νὰ πάρουνε νερό. Αὐτὸ τὸ νησὶ ἤτανε ἔρημο ἀπὸ τοὺς κουρσάρους. Ὁ ἅγιος εἶπε στοὺς καπετάνιους νὰ μὴ φύγουνε ἀκόμα ἀπὸ τὴ Σαλαμίνα, γιατὶ θὰ πάθουνε. Ὁ ἕνας καπετάνιος ποὖχε τἄλλο τὸ καΐκι δὲν τὸν ἄκουσε κ᾿ ἔφυγε, μὰ κεῖνος ποὖχε μέσα τὸν ἅγιο ἀπόμεινε. Μὰ τὸ καΐκι ποὺ ἔκανε πανιὰ τὸ πιάσανε οἱ κουρσάροι πρὶν φτάξει στὴν Ἀθήνα. Σὰν ἔφτασε ὁ ἅγιος σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀρχαία πολιτεία, ποὺ ἦταν ἄλλη φορὰ φημισμένη στὸν κόσμο πλὴν τότε ἤτανε καταντημένη ἕνα χωριό, ἄρχισε τὸ κήρυγμα κ᾿ ἔφερε πολὺν καρπό, γιατὶ οἱ Ἀθηναῖοι ἤτανε θεοφοβούμενοι. Ἀπὸ τὴν Ἀθήνα πῆγε στὴν Εὔβοια, καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολὺς νὰ τὸν ἀκούσει. Καὶ μὲ τὴν ὀχλοβοή, ἕνα παιδὶ ποὺ εἶχε ἀνεβεῖ στὸ κάστρο μαζὶ μὲ τὸν ἄλλον κόσμο, παραπάτησε κ᾿ ἔπεσε, καὶ βάλανε τὶς φωνὲς κ᾿ ἔγινε μεγάλη σύγχυση κ᾿ οἱ γονιοὶ τοῦ παιδιοῦ καταριόντανε τὸν ἅγιο. Μὰ ἐκεῖνος δὲν ταράχθηκε, ἀλλὰ τοὺς εἶπε ἥσυχα: «Τὸ παιδὶ ζεῖ, δὲν πέθανε». Κι᾿ ἀλήθεια τὸ παιδὶ σηκώθηκε ἀπάνω γελαστὸ σὰν νὰ πήδηξε ἀπὸ τὸ μπιντένι, κι᾿ οἱ γονιοί του κι᾿ ὅλος ὁ κόσμος πέσανε καὶ προσκυνούσανε τὸν ἅγιο, καὶ τὸ παιδὶ τοὺς ἔλεγε πὼς σὰν γλύστρησε καὶ βρέθηκε στὸν ἀγέρα, εἶδε ἐκεῖνον τὸν καλόγερο ποὺ φώναζε «Μετανοεῖτε» νὰ πετᾶ καὶ νὰ τὸ πιάνει στὴν ἀγκαλιά του ὡς ποὺ τὸ κατέβασε μαλακὰ στὴ γῆ. Ὕστερα ἀπὸ τὸν Εὔριπο, πῆγε στὶς Θῆβες, κι᾿ ἀπὸ κεῖ στὸ βουνὸ Κιθαιρῶνα, ποὺ τὸ λέγανε τότε ὄρος τῆς Μυουπόλεως, κ᾿ ἐκεῖ ἀσκήτεψε μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο, κοντὰ στὸ μέρος ποὺ βρίσκεται τὸ μοναστήρι, ποὺ ἔχτισε ὁ ὅσιος Μελέτιος ὕστερα ἀπὸ χρόνια, κι᾿ αὐτὸς Ἀνατολίτης. Ἀπὸ κεῖ πῆγε στὴν Κόρινθο, στὸ Ἄργος, στὸ Ναύπλιο, κι᾿ ἀπ᾿ ὅπου περνοῦσε ἄναβε στὶς καρδιὲς τὸν πόθο τῆς θρησκείας κ᾿ ἔκανε πολλὰ θαύματα, προπάντων ἔγιαινε ἀρρώστους ἀνθρώπους. 
Ἀφοῦ πέρασε ὅλον τὸν Μοριᾶ, κ᾿ ἔφταξε ὡς τὴ Μάνη, πῆρε πάλι τὸ δρόμο γιὰ νὰ γυρίσει στὴ Σπάρτη, ἀπ᾿ ὅπου εἶχε περάσει. Μὰ πρὶν πάγει στὴ Σπάρτη, μπῆκε σ᾿ ἕνα σπήλαιο ποὺ βρισκότανε σὲ κάποιο ἔρημο μέρος ποὺ τὸ λέγανε «Μῶρον» καὶ κειτότανε ἄρρωστος καὶ θερμιασμένος. Σὲ λίγες μέρες μαθεύτηκε τὸ καταφύγιό του καὶ μαζεύθηκε κόσμος πολύς σὲ κεῖνο τὸ σπήλαιο γιὰ νὰ πάρει τὴν εὐλογία του, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι περιμένανε τὴ γιατρειά τους ἀπὸ τὸν ἄρρωστον. Σὰν σηκώθηκε ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, πῆγε στὸ Ἀμύκλι, κ᾿ ἐπειδὴ ἐκείνη ὅλη τὴν περιφέρεια τὴ ρήμαξε τὸ θανατικὸ ἀπὸ λοιμικὴ ἀρρώστια κ᾿ εἶχε πιάσει τὸν κόσμο φόβος καὶ τρόμος, μαζεύθηκε πολὺς λαὸς καὶ πήγανε καὶ τὸν παρακαλέσανε νὰ πάγει στὴ Σπάρτη. Ὁ ἅγιος τοὺς εἶπε πὼς θὰ παρακαλέσει τὸ Θεὸ νὰ πάψει τὴν ὀργή του, καὶ πὼς θὰ καθίσει στὴ Σπάρτη ὡς ποὺ νὰ πεθάνει. Σηκώθηκε λοιπὸν καὶ πῆγε στὴ Σπάρτη, καὶ σὰν ἐμπῆκε στὴν πολιτεία, πὼς σὰν φανερωθεῖ ὁ ἥλιος σκορπᾶ καὶ χάνεται ἡ ἀντάρα, ἔτσι καὶ σὰν φάνηκε ὁ ἅγιος ἔπαψε τὸ θανατικό, κι᾿ ὁ κόσμος ξεκουράσθηκε ἀπὸ τὴν ἀγωνία καὶ ἔπεσε σὲ μετάνοια. Ἀπὸ τότε δὲν ἔφυγε πιὰ ἀπὸ τὴ Σπάρτη ὁ ἅγιος, κ᾿ ἡ πολιτεία τούτη ἔγινε ἡ δεύτερη πατρίδα του. Ἔχτισε μία μεγάλη ἐκκλησία στὄνομα τοῦ Σωτῆρος, ποὺ βρεθήκανε τὰ θεμέλιά της κοντὰ στὸ κάστρο τῆς ἀρχαίας Σπάρτης, κι᾿ αὐτὴ ἡ διαβόητη πολιτεία ποὺ ἤτανε ξακουσμένη στὸν κόσμο γιὰ τὴν παλληκαριά της, καταστάθηκε ἡ καθέδρα τῆς Χριστιανοσύνης μὲ ἄρχοντά της τὸν πράον κ᾿ ἥμερον μαθητὴ τοῦ Κυρίου ποὺ δίδαξε στὸν κόσμο τὴν πνευματικὴ ἀνδρεία καὶ τὴν εἰρήνη. Στὸ μεταξὺ βαφτιζόντανε οἱ Ἑβραῖοι, ποὺ ὑπήρχανε πολλοὶ σ᾿ αὐτὰ τὰ μέρη, καὶ πλήθαινε ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ. 
Ἀλλὰ ἦρθε καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Νίκωνα ἡ μέρα νὰ πληρώσει, σὰν ἄνθρωπος κι᾿ αὐτός, τὸ «κοινὸν χρέος τοῦ θανάτου», κι᾿ ἀρρώστησε. Μάζεψε λοιπὸν γύρω στὸ κλινάρι του τὰ πνευματικὰ τέκνα του, καὶ τὰ εὐλόγησε καὶ τοὺς εἶπε πὼς σιμώνει τὸ τέλος του, κι᾿ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε πολλὲς συμβουλὲς καὶ τοὺς στερέωσε στὴν ἐλπίδα τοῦ Χριστοῦ, εἶπε «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ὁ Θεός, εἰς χεῖρας σου παρατίθημι τὸ πνεῦμα μου» καὶ παρέδωσε τὴν καθαρὴ ψυχή του σ᾿ Ἐκεῖνον ποὺ γι᾿ αὐτὸν ὑπόφερε τόσους κόπους. Κοιμήθηκε στὰ 998 μ.X., στὶς 26 Νοεμβρίου, σὲ ἡλικία 75 χρονῶν. 
Τὸ σκήνωμα γίνηκε προσκύνημα. Ὁ λαὸς τὸ τριγύρισε καὶ βούιζε ὅπως κάνουνε οἱ μέλισσες γύρω στὸ κουβέλι. Ὅλοι θέλανε νὰ πᾶνε κοντὰ στὸ λείψανο, καὶ πολλοὶ παίρνανε ἀπὸ εὐλάβεια κάποιο πρᾶγμα ἀπὸ πάνω του, ἄλλος ἕνα κομμάτι ροῦχο, ἄλλος λίγες τρίχες, ἄλλος ἔκοβε ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴ ζώνη του νὰ τἄχουνε γιὰ φυλαχτό. Ὁ δεσπότης μὲ ὅλο τὸ ἱερατεῖο κηδέψανε τὸ τίμιο σκῆνος, ποὺ ἤτανε βαλμένο μέσα σὲ θήκη ἀκριβὴ κι᾿ ἀνάβρυσε ἅγιο μύρο, καὶ πολλοὶ ἄρρωστοι γιάνανε, τυφλοί, στηθικοί, ὑδρωπικοί, παράλυτοι κι᾿ ἄλλοι ποὺ βασανιζόντανε ἀπὸ διάφορες ἀρρώστιες. Γι᾿ αὐτὸ καὶ τὸ ἀπολυτίκιό του λέγει: 
«Χαίρει ἔχουσα ἡ Λακεδαίμων
θείαν λάρνακα τῶν Σῶν λειψάνων
ἀναβρύουσαν πηγᾶς τῶν ἰάσεων
καὶ διασώζουσαν πάντας ἐκ θλίψεως
τοὺς Σοὶ προστρέχοντας, Πάτερ ἐκ Πίστεως.
Νίκων ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε
δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος». 
 
Ἕνας εὐσεβὴς ἄρχοντας, λεγόμενος Μαλακηνός, τόσον ἀγαποῦσε τὸν ἅγιο Νίκωνα, ποὺ δὲν ἤθελε νὰ ζήσει χωρὶς νὰ βλέπει τὴν ὄψη του. Φώναξε λοιπὸν ἕνα ζωγράφο καὶ τοῦ παράγγειλε νὰ ζωγραφίσει τὸν ἅγιο, μὰ ἐπειδὴ ὁ ζωγράφος δὲν τὸν εἶχε δεῖ ποτέ, ὁ Μαλακηνὸς ἱστόρησε μὲ λόγια ὅσο μποροῦσε στὸ ζωγράφο τί λογῆς ἤτανε ἡ φυσιογνωμία του. Ὁ ζωγράφος πῆγε στὸ ἐργαστήρι του κ᾿ ἔπιασε νὰ κάνει τὴν εἰκόνα, ἀλλὰ κοπίασε πολὺ χωρὶς νὰ μπορέσει νὰ τὸν ἐπιτύχει τὸν ἅγιο ὅπως ἤτανε. Κ᾿ ἐκεῖ ποὺ καθότανε στενοχωρημένος, βλέπει νὰ μπαίνει ἕνας καλόγερος κοντός, νηστεμένος, μὲ μαλλιὰ μαῦρα κι᾿ ἀνακατεμένα, μὲ μαῦρα ἀχτένιστα γένια, μ᾿ ἕνα κουρελιασμένο παλιόρασο καὶ νὰ βαστᾶ ἕνα ραβδὶ μ᾿ ἕνα σταυρὸ στὴν ἄκρη, ποὺ τὸν ἔδωσε στὸ ζωγράφο νὰ τὸν φιλήσει. Ὕστερα τὸν ρώτησε γιατί εἶναι στενοχωρημένος. Σὰν τοῦ εἶπε ὁ ζωγράφος τὴν αἰτία, τοῦ λέγει ὁ καλόγερος: 
«Κοίταξέ με, ἀδελφέ, καὶ ζωγράφισε τὴν εἰκόνα, γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἱστορίζεις μοιάζει μὲ μένα σὲ ὅλα». 
Σὰν τὸν κοίταξε καλὰ ὁ ζωγράφος ἀπόρησε, ἐπειδὴ ἤτανε ἴδιος ὅπως τὸν εἶχε περιγράψει ὁ Μαλακηνός. Γύρισε λοιπὸν τὸ πρόσωπό του κατὰ τὸ σανίδι ποὺ ζωγράφιζε νὰ δεῖ ἂν μοιάζει μὲ τὸ πρόσωπο, ποὺ ἔκανε, καὶ βλέπει πὼς εἶχε τυπωθεῖ ὁ καλόγερος ποὺ τοῦ μιλοῦσε. Τὸν ἔπιασε φόβος καὶ φώναξε «Κύριε ἐλέησον», καὶ σὰν γύρισε νὰ τὸν ξαναδεῖ, δὲν εἶδε τίποτα. 
Ὅπως τὸν εἶδε ὁ ζωγράφος, ἔτσι εἶναι ζωγραφισμένος ὁ ἅγιος Νίκων στὶς εἰκόνες ποὺ βρεθήκανε κανωμένες ἀπὸ παλιοὺς ἁγιογράφους. Ἡ πιὸ παλιὰ εἰκόνα του βρίσκεται στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ τῆς Λειβαδιᾶς ἱστορημένη μὲ ψηφιά, μὰ τὸν παριστάνει μὲ μαλλιὰ χτενισμένα. Φαίνεται ὅμως πὼς πιὸ σωστὰ παραστήσανε τὴ φυσιογνωμία του οἱ ζωγράφοι ποὺ τὸν ζωγραφίσανε σὲ ἐκκλησίες ποὺ βρίσκονται κοντὰ στὰ μέρη τῆς Σπάρτης, ὅπως εἶναι στὸ Παληομονάστηρο τῆς Κρίτσοβας, ζωγραφισμένος στὰ 1267, στὴν Παναγία τὴ Χρυσαφίτισσα στὰ Χρύσαφα, στὸν ἅγιο Νικόλαο τῆς Ἀναβρυτῆς, στὴν ἐκκλησιὰ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ χωριὸ Πέρπαινη, κι᾿ ἀλλοῦ. Μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ παλαιὲς καὶ μαστορικὲς εἰκόνες του εἶναι καὶ κείνη ποὺ βρῆκα στὴν Περίβλεπτο τοῦ Μυστρᾶ τὸν καιρὸ ποὺ δούλευα γιὰ νὰ καθαρίσω καὶ νὰ στερεώσω τὶς παλιὲς τοιχογραφίες. Βρίσκεται κοντὰ στὴ μικρὴ τὴν πόρτα ποὺ μπαίνει κανένας στὴν ἐκκλησιά. Ὁ ἅγιος εἶναι ζωγραφισμένος ὅπως τὸν ἱστορίζει τὸ συναξάρι του, μὲ βουλιασμένα τὰ μάγουλά του ἀπὸ τὴν κακοπάθηση, μὲ ζωηρὰ μάτια, μὲ μαῦρα μαλλιὰ ἀνακατεμένα κι᾿ ἀχτένιστα καὶ μὲ μαῦρα γένια. Ἔτσι τὸν γράφει κι᾿ ὁ Διονύσιος ὁ ἐκ Φουρνᾶ στὴν «Ἑρμηνεία τῶν ζωγράφων»: «Νέος στρογγυλογένης, μακρότριχος, ἔχων τὰς τρίχας ἠγριωμένας». Λέγοντας «νέος» θέλει νὰ πεῖ μαυρομάλλης.

Ἀπό σήμερον καί μέχρι τῆς 24ης Δεκεμβρίου, ἐάν ἑορτάζηται Ἅγιος, τό Κοντάκιον· «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν προαιώνιον Λόγον...».


 

26η Νοεμβρίου 
ΚΥΡΙΑΚΗ: 
ΙΓ΄ ΛΟΥΚΑ. 
Τῶν Ὁσίων Πατέρων ἡμῶν Ἀλυπίου τοῦ Κιονίτου, Νίκωνος τοῦ Μετανοεῖτε καί Στυλιανοῦ τοῦ Παφλαγόνος.


Σημείωσις: πό σήμερον καί μέχρι τῆς 24ης Δεκεμβρίου, ἐάν ἑορτάζηται Ἅγιος, τό Κοντάκιον· «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν προαιώνιον Λόγον...».

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ


ΠΗΓΗ:ΕΔΩ 

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ

Ελάχιστα και πενιχρά τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας για τον βίο του αγίου Στυλιανού. Επιλεγμένος εκ κοιλίας μητρός από Θεού ο όσιος Στυλιανός, απαλλάχθηκε από την απάτη και ματαιότητα του κόσμου τούτου καθώς μοίρασε όλα τα υπάρχοντά του στους φτωχούς και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο. Υπερείχε όλων των άλλων μοναχών κατά τη σκληραγωγία και την επίπονη άσκηση. Διέπρεψε για την ανδρεία του στους ασκητικούς αγώνες και, μετά από μερικά χρόνια κοινοβιακής ζωής, αναχώρησε για να διαγάγει την ησυχαστική πολιτεία μέσα σε μια απόκοσμη σπηλιά. Εκεί λάβαινε την τροφή του από το χέρι ενός αγγέλου και σύντομα ανέλαβε να μεσιτεύει λυσιτελώς στον Θεό για την ανακούφιση των ασθενών και ιδιαιτέρως για τη θεραπεία των παιδικών ασθενειών και των στείρων γυναικών.

Έτσι, πολλές άτεκνες γυναίκες που επικαλούνταν με πίστη τ’ όνομά του και ιστορούσαν κατόπιν την αγία του εικόνα με ευλάβεια ψυχής, αξιώνονταν να γίνουν μητέρες· αλλά και τα άρρωστα νήπια λυτρώνονταν ταχέως από την ασθένειά τους με τη χάρη του. Γι’ αυτό και η παράδοση της λαϊκής ευσέβειας θέλει τον όσιο Στυλιανό να προστατεύει, να θάλπει και να «στυλώνει» με τη χάρη του τα νήπια και γενικά όλα τα παιδιά. Στις περιπτώσεις αυτές η μεσιτεία του οσίου έχει αποτελέσματα ακόμη και στις μέρες μας για όσους τον επικαλούνται με πίστη.

Αυτή η πολύ ιδιαίτερη χάρη του αγίου στα παιδιά αποτυπώθηκε και παγιώθηκε στην εικονογραφική απόδοση της οσιακής μορφής του. Σε βυζαντινές και κυρίως στις μεταβυζαντινές εικόνες παρουσιάζεται σαν ένας ιλαρός γέροντας που από το ένα χέρι βαστάζει στοργικά ένα σπαργανωμένο βρέφος και από το άλλο ένα ανοικτό ειλητάριο, στο οποίο αναγράφεται η εξής φράση αναφορικά με το χάρισμα που έλαβε από τον Θεό: «Παίδων φύλαξ πέφυκα, ἀλλὰ Θεοῦ τὸ δῶρον» («Είμαι φύλακας των παιδιών, αλλά αυτό είναι δώρο που έλαβα απ’ τον Θεό»).

Η κάρα του αγίου βρίσκεται στη μητρόπολη Θεσσαλιώτιδος. Αποτμήματα του ιερού λειψάνου του βρίσκονται επίσης και στις Μονές: Δαμάστας Φθιώτιδος, Λειμώνος Λέσβου, Δαδίου Φθιώτιδος και Κάτω Ξενιάς Αλμυρού Μαγνησίας.



 Αγίου Νικοδήμου:
«Συναξαριστής
των ΙΒ΄ μηνών του ενιαυτού»·
Τόμ. Α΄, σελ. 559,
Εκδόσεις «Δόμος»,

 Ιερομονάχου Μακαρίου:
«Νέος Συναξαριστής»·
Τόμ. 3ος, σελ. 263,
Εκδόσεις «Ίνδικτος»


Άγιος Αλύπιος ο κιονίτης.



Άγιος Αλύπιος ο κιονίτης

 26 Νοεμβρίου


Ο όσιος πατήρ ημών Αλύπιος γεννήθηκε στην Αδριανούπολη της Παφλαγονίας επί βασιλείας Ηρακλείου (610-641). Όταν η μητέρα του κυοφορούσε ακόμη, είδε σε όραμα ένα αρνάκι που αντί για κέρατα είχε δύο κεριά αναμμένα, μια προφητεία για τα θεία χαρίσματα με τα οποία ο δούλος του Θεού θα ήταν προικισμένος. 
Καθώς είχε μείνει ορφανός από πατέρα, η μητέρα του τον εμπιστεύτηκε στον επίσκοπο Θεόδωρο, μόλις τριών ετών, για να υπηρετήσει στην εκκλησία και να διδαχθεί τα ιερά γράμματα. Το παιδί από μικρό επέδειξε μεγάλη ευσέβεια σε σημείο που τράβηξε την προσοχή του επόμενου επισκόπου, επίσης Θεοδώρου, ο οποίος τον έκανε οικονόμο της εκκλησίας και τον χειροτόνησε διάκονο. 
Όμως η ψυχή του είχε τρωθεί από τον πόθο της ερημίας, έτσι, μοίρασε τα υπάρχοντά του και ξεκίνησε για τους Άγιους Τόπους. Λίγες όμως μέρες μετά ο επίσκοπος τον πρόλαβε στα Ευχάιτα και τον ανάγκασε να γυρίσει πίσω. Οδηγημένος με τη βία πίσω στον κόσμο, ο δούλος του Θεού παρηγορήθηκε από ένα όραμα, που τον έκανε να καταλάβει ότι και στην ίδια του τη γενέτειρα υπήρχαν Άγιοι Τόποι. 
Επιχείρησε τότε να βρει ένα μέρος ήσυχο για να απομονωθεί όμως ο επίσκοπος τον ήθελε κοντά του για να υπηρετήσει τον κόσμο. Ο Αλύπιος όμως συνέχισε στην αναζήτηση μέρους και αυτό που ποθούσε το βρήκε σε μια περιοχή που βρισκόταν αρχαίοι τάφοι και ειδωλολατρικά ιερά. Σκαρφάλωσε στην κορυφή ενός από τα εγκαταλελειμμένα εκείνα μνημεία, όπου υπήρχε κίονας με άγαλμα φανταστικού ζώου, κατά το ήμισυ τάυρου και κατά το ήμισυ λέοντος. «Εδώ είναι ο τόπος της αναπαύσεώς μου» είπε. Και επέστρεψε στην πόλη για να βρει έναν σταυρό και έναν λοστό. Με το εργαλείο αυτό έριξε κάτω το άγαλμα και το αντικατέστησε με τον Ζωοποιό Σταυρό. 
Ο δούλος του Θεού απόκτησε γρήγορα φήμη και μολονότι δεν επιθυμούσε να ταράζουν την ησυχία του, αναγκάστηκε να δέχεται πολλούς πιστούς για να λάβουν την ευλογία του. 
Μετά από λίγο καιρό, αποσύρθηκε στην κορυφή του κίονα φτιάχνοντας από πάνω ένα αυτοσχέδιο στέγαστρο. Η εξέδρα που καθόταν ήταν τόσο στενή που δεν μπορούσε μήτε να ξαπλώσει, μήτε να καθίσει. Έμενε πάντα όρθιος σαν ζωντανή κολόνα, αντιμέτωπος με τις καιρικές συνθήκες. Για πενήντα τρία χρόνια βίαζε καθημερινά τη φύση για να κερδίσει την αιώνια ζωή. Οι δαίμονες λυσσούσαν από φθόνο εναντίον του και του πετούσαν πέτρες. Μία μέρα ο Αλύπιος ζήτησε από τη μητέρα του ένα τσεκούρι με το οποίο έριξε καταγής το στέγαστρο του καταλύματός του ώστε απροστάτευτος πλέον να εκτεθεί στο πετροβόλημα των δαιμόνων. Οι δαίμονες τρομοκρατημένοι τότε από την τόλμη του και την ακλόνητη εμπιστοσύνη του στον Θεό εγκατέλειπαν τον τόπο, οδυρόμενοι για την ήττα τους. 
Πολλοί ήταν εκείνοι που προσέτρεχαν κοντά του και επιθυμούσαν να εγκατασταθούν στη βάση του κίονα. Πρώτη ήταν μια γυναίκα ονόματι Ευφημία και σύντομα ήρθε να τη συναντήσει μία άλλη γυναίκα ονόματι Ευβούλη η οποία έγινε ηγουμένη της μονής που σύντομα ιδρύθηκε εκεί. Η μητέρα του αγίου παρά την ηλικία της συγκαταριθμήθηκε και αυτή στην αδελφότητα. 
Λίγο καιρό αργότερα ήρθαν και άντρες ιδρύοντας με τη σειρά τους ανδρώα μονή από την άλλη μεριά του κίονα. Ήταν δε ωραιότατο θέαμα να ψάλλουν από τη μια μεριά πρθένες γυναίκες, από την άλλη να αντιφωνούν άνδρες και εν μέσω αυτών με τα χέρια υψωμένα να βρίσκεται ο Αλύπιος μεσιτεύοντας για τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου. 
Μετά από πενήντα τρία χρόνια ηρωικών καμάτων, το μισό σώμα του οσίου είχε παραλύσει και τα πόδια του αρνούνταν να τον υπηρετήσουν, έτσι αναγκάστηκε να περάσει γερμένος στο πλάι, σχεδόν ακίνητος για άλλα δεκατέσσερα χρόνια. Όταν τέλος παρέδωσε την ψυχή του σε ηλικία ενενήντα εννέα ετών, ο λαός έσπευσε να τιμήσει το σώμα του και ένας δαιμονισμένος θεραπεύτηκε πλησιάζοντάς το. 
Η Εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του στις 26 Νοεμβρίου.

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

Περὶ θανάτου φιλουμένων - Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

ΚΑ΄
Θάνατος ἀγαπητῶν
ΠΗΓΗ :ΕΔΩ 
θάνατος πικρός· μὰ τοῦ παιδιοῦ σου
διπλὸ κακό. Παιδιοῦ στα πρῶτα πρώτου,
ἡ συμφορὰ φωτιά. Νιόγαμπρου ἂν τύχει,
καρδιὰ κομμάτια γίνε τῶν γονιῶν του.

 

ΚΑ΄. 
Περὶ θανάτου φιλουμένων. 
Πικρὸν τάφος πᾶς· ἂν δὲ καὶ τέκνου τάφος,
Διπλοῦν τὸ κακόν. Εἰ δ’ ἀρισταίου πάλιν,
Ἡ συμφορὰ πῦρ. Εἰ δὲ νυμφίου νέου,
Ἡ καρδία ῥάγηθι τῶν γεννητόρων.

Γιά τόν τρόπο τῆς νοερᾶς προσευχῆς - Επιστολή 1η Οσίου Εφραίμ Κατουνακιώτου

 



ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΟΥ

Επιστολή 1η

Γιά τόν τρόπο τῆς νοερᾶς προσευχῆς
Επιστολή εἰς πνευματικά του τέκνα 
«Εὔχομαι ἡ Παναγία μας πάντοτε νά σᾶς σκεπάζη... 
Νά βιάζετε τόν ἑαυτόν σας. Νά κάθεσθε τώρα στήν ἀρχή ἕνα τέταρτο τῆς ὥρας καί κατόπιν νά τό αὐξήσετε σέ μισή ὥρα κ.ο.κ. Νά κάθεσθε σέ ἕνα κάθισμα καί νά λέτε τήν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». 
Νά τήν λέτε μία-μία λέξη, κατανοητά, καταληπτά. Νά μήν προχωρῆτε στήν δευτέρα λέξη, ἄν δέν καταλάβετε τήν πρώτη. Νά τονίζετε περισσότερον τό τελευταῖο, δηλαδή τό «ἐλέησόν με». 
Θά σᾶς ἔρθη τώρα στήν ἀρχή ὕπνος καί ραθυμία καί μετεωρισμός καί ἀμέλεια, ἀλλά ἐσεῖς γρήγορα νά συνέρχεσθε. 
Ὅταν λέτε τήν εὐχήν, νά θεωρῆτε τόν ἑαυτόν σας, τώρα στήν ἀρχήν, ὅτι εἶσθε στήν κόλασι καί νά φωνάζετε κλαίοντας, ζητῶντας τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Μακρυά ἀπό τήν ἀπόγνωσι, τήν ἀπὸ τὴν ἀπελπισίαν καί τά ὅμοια τούτων. Ὅσον σᾶς εἶναι δυνατόν βιάζετε τόν ἑαυτόν σας στά δάκρυα. Μή φοβηθῆτε, ὅταν ἀκούσετε κρότους-κτύπους. 
Αὐτό τό σύστημα, αὐτήν τήν τάξιν θά τήν κάνετε τρεῖς φορές τήν ἡμέρα. Πρωΐ-μεσημέρι-βράδυ. Ἐάν δέν μπορεῖτε τρεῖς φορές τουλάχιστον δύο φορές, πρωΐ καί βράδυ, ἤ ἔστω μόνον τό βράδυ. 
Κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς νά μή δέχεσθε οὔτε φαντασία, οὔτε μορφή, οὔτε εἰκόνα τῆς Παναγίας καί τοῦ Χριστοῦ, ἤ ἄλλου τινός Ἁγίου, οὔτε καί τίς λέξεις τῆς εὐχῆς νά βλέπετε νοερῶς.

Αὐτά τά ὀλίγα τώρα στήν ἀρχήν, τά δέ ἄλλα σύν τῷ χρόνῳ. 
 
ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ 
ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΙΟΙΣ ΑΥΤΟΥ

Τόμος Α΄ 

Νικολάου Μπαλδιμτσή Ιατρού

Αρχιμ. Σάββα Αγιορείτου 

Ιερά μονή Αγίας Τριάδος Εδέσσης

2024

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ

ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΕΡΚΟΥΡΙΟΣ 

πηγή: Το Ειλητάριον

Καταγόμενος από την Επαρχία Ασίας (δυτική Μικρά Ασία) και από πατέρα Σκύθη που είχε μεταστραφεί κρυφά στον χριστιανισμό, ονόματι Γορδιανός, ο άγιος αθλητής του Χριστού Μερκούριος υπηρετούσε στον ρωμαϊκό στρατό επί βασιλείας Δεκίου και Βαλεριανού (249-260). Βρισκόταν σε εκστρατεία κατά των βαρβάρων, όταν μία ημέρα τού παρουσιάσθηκε ένας λαμπρός άγγελος και του έδωσε ένα ξίφος και την εντολή να ορμήσει στη μάχη, έχοντας εμπιστοσύνη στη βοήθεια του Δεσπότη Χριστού. Γεμάτος θάρρος από το όραμα αυτό, ο νέος ξεχύθηκε μέσα στη συμπλοκή, προχώρησε μόνος μέσα στις εχθρικές γραμμές, ανοίγοντας δρόμο με το ουράνιο σπαθί του και έφθασε μέχρι τον στρατηγό των βαρβάρων Ρήγα, τον οποίο και σκότωσε σε μονομαχία. Τα βαρβαρικά στρατεύματα, μαθαίνοντας τον θάνατο του αρχηγού τους, πανικοβλήθηκαν και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. 
Όταν ο αυτοκράτορας πληροφορήθηκε τη γενναία πράξη του Μερκουρίου, τον κάλεσε κοντά του, τον έβαλε να καθίσει στο τραπέζι του και τον τίμησε με τον τίτλο του στρατηγού παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Θαμπωμένος από τις τιμές και τις απολαύσεις της αυλής, ο νεαρός χριστιανός λησμόνησε προς στιγμήν τα καθήκοντά του απέναντι στον μόνο αληθινό Βασιλέα. Του φανερώθηκε όμως τη νύκτα ο ίδιος άγγελος πάλι και του υπενθύμισε ότι το ξίφος εκείνο με το οποίο είχε νικήσει, είχε δοθεί σε αυτόν από τον Χριστό ως σημείο του αγώνα του μαρτυρίου που θα χρειαζόταν να δώσει. Ο Μερκούριος αφυπνίσθηκε τότε από τον ύπνο της αμελείας και την επομένη, ενώ ο αυτοκράτορας τον είχε καλέσει να προσφέρει θυσία στην Αρτέμιδα, εκείνος αρνήθηκε να παρουσιασθεί. Όταν κλήθηκε από τον ηγεμόνα, ομολόγησε την πίστη του με ζήλο και πέταξε κάτω τα στρατιωτικά του διάσημα, με σκοπό να δείξει ότι ήταν έκτοτε αποφασισμένος να εγκαταλείψει κάθε είδους επίγεια δόξα και να αντιμετωπίσει τον θάνατο για τον Χριστό. 
Ρίχθηκε αμέσως στη φυλακή και υποβλήθηκε σε σκληρά βασανιστήρια. Όλα τα υπέμεινε με ιλαρότητα, αφού ο ίδιος εκείνος άγγελος τού είχε φανερωθεί στο κελλί του για να του δώσει θάρρος και ελπίδα. Αρχικά, τον έδεσαν σε τέσσερα παλούκια υπομένοντας πολλές μαχαιριές· έπειτα, κρεμασμένος πάνω από ένα μαγκάλι, δέχθηκε αφόρητους σπαθισμούς από παντού και το αίμα του κυλούσε τόσο άφθονο που έσβησε τελικά τη φωτιά. Τον κρέμασαν κατόπιν ανάποδα έχοντας δέσει ταυτόχρονα μια βαρύτατη πέτρα στην κεφαλή του και τον μαστίγωσαν με μαστίγιο με τέσσερις χάλκινες λωρίδες. Τέλος, τον μετέφεραν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και αποκεφαλίσθηκε με διαταγή του αυτοκράτορα. Ο άγιος Μερκούριος ήταν μεγαλόσωμος και ωραίος στην όψη, έχοντας ξανθά τα μαλλιά και, σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, εμφανισιακά τον στόλιζε και ένα φυσικό κοκκινάδι που έλαμπε στις νεανικές παρειές του. Μαρτύρησε σε ηλικία μόλις εικοσιπέντε ετών, αλλά κληρονόμησε αιώνια και άφθαρτη δόξα στην ουράνια στρατιά των αγίων Μαρτύρων του Ιησού Χριστού. 
Η αγιολογική παράδοση, παρά το διάβα του χρόνου, στηριζόμενη ακλόνητα στην πύρινη προσευχή αλλά και σε ένα αποκαλυπτικό όραμα του αγίου επισκόπου της Καισαρείας της Καππαδοκίας, του Μεγάλου Βασιλείου [1 Ιαν.], θέλει και θεωρεί τον άγιο Μερκούριο, περίπου εκατό χρόνια μετά τη μαρτυρική του τελείωση, ως αιφνίδιο πλην όμως θεόσταλτο καθαιρέτη του Ιουλιανού του Παραβάτη (βλ. Ιωάννου Μαλάλα ή Μαλέλα [491-578] σ. 333-334 και «Πασχάλιον Χρονικόν» [10ος αι. – «Baticanus 1941»] σ. 552, εκδ. Βόννης)· γεγονός που επέφερε την οριστική παύση του σκληρού διωγμού εκ μέρους του παγανιστή και χριστομάχου ηγεμόνα. Αυτό ακριβώς υπαινίσσεται εξάλλου και το δίστιχο (ενός Χριστοδούλου) προς τον άγιο: «καὶ νεκρὸς ἐχθρὸν σὺ πατάσσεις Κυρίου». 
Αλλά, τι ακριβώς είχε συμβεί; 
Τον καιρό που ζούσε ο Μέγας Βασίλειος (330-379), ο Ιουλιανός ο Παραβάτης (330-26 Ιουνίου 363), αυτός ο ασεβής και ειδωλολάτρης βασιλιάς, θέλοντας να εκστρατεύσει εναντίον της Περσίας, κατά την πορεία του προσέγγισε και σταμάτησε έξω από την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο Μέγας Βασίλειος γνώριζε τον Ιουλιανό από τότε που φοιτούσε στην Αθήνα έχοντάς τον συσπουδαστή. Πρόλαβε και ενημέρωσε έγκαιρα τον λαό της Καισαρείας και τον σύναξε για να προϋπαντήσουν τον αυτοκράτορα. Μην έχοντας ο άγιος άλλο δώρο, που απαιτούσε να προσφέρει προς αυτόν ο αγέρωχος ηγεμόνας, του έδωσε μονάχα τρεις κρίθινους άρτους, από τους οποίους έτρωγε κι αυτός. Όταν ο βασιλιάς είδε αυτό το ευτελές δώρημα του φτωχού και ασκητή επισκόπου, θίχτηκε η αλαζονεία του και διέταξε τους υπηρέτες του να δώσουν περιφρονητικά στον άγιο Βασίλειο ξερό χόρτο από το λιβάδι. Βλέποντας αυτή την καταφανή καταφρόνηση ο ανδρειόφρων επίσκοπος της Καισαρείας είπε προς τον βασιλιά: «Εμείς, βασιλιά μου, σου δώσαμε απ’ αυτό που τρώμε κι εμείς στο τραπέζι μας και σου προσφέραμε κάτι, έστω ελάχιστο, όπως το περίμενες. Η βασιλεία σου, όμως, αντάμειψε αυτή μας την προσφορά από εκείνο που εσύ τρως!». Θύμωσε τότε πολύ ο Παραβάτης και λέει προς τον άγιο Βασίλειο: «Δέξου τώρα το δώρο που σου δίνω εγώ κι όταν επιστρέψω από την Περσία νικητής, έχω να κάψω την πόλη σου, να αιχμαλωτίσω και τούτον τον μωρό και ασύνετο λαό που εξαπατάς, γιατί τους θεούς που εγώ προσκυνώ όλοι αυτοί τους ατιμάζουν εξαιτίας σου, οπότε κι εσύ, τότε που θα γυρίσω, θα λάβεις την πρέπουσα τιμωρία από μένα!». Με τέτοιες βαριές απειλές άφησε ο Ιουλιανός τον Μέγα Βασίλειο κι έφυγε για την Περσία. 
Κάλεσε εκ νέου ο Μέγας Βασίλειος τον λαό της Καισαρείας και τους απηύθυνε τις εξής συμβουλές: «Μη λυπηθείτε, αδελφοί μου χριστιανοί, τα χρήματά σας, μονάχα φροντίστε για τη ζωή σας. Φέρτε ό,τι χρήματα έχει ο καθένας, να τα μαζέψουμε σ’ ένα μέρος, κι όταν ακούσουμε ότι επιστρέφει πίσω ο βασιλιάς, θα τα ρίξουμε όλα σωρούς κάτω στο δρόμο απ’ όπου θα περάσει, ώστε βλέποντάς τα αυτός, σαν φιλοχρήματος που είναι, να κατευναστεί ο θυμός του και να μην πραγματοποιήσει τίποτα απ’ όσα σκέφτεται να κάνει εναντίον μας». Ο λαός έκανε πρόθυμα αυτό που του είπε ο άγιός του. Σύναξαν άπειρο πλούτο, χρυσάφι, ασήμι, πολύτιμους λίθους και τα τοποθέτησαν όλα στο Σκευοφυλάκιο για να φυλάσσονται εκεί, αφού πρώτα έγραψε ο κάθε κάτοικος της Καισαρείας τ’ όνομά του επάνω σε αυτό που προσέφερε. 
Όταν έμαθε ο Άγιος ότι σε λίγο επιστρέφει ο Παραβάτης βασιλιάς, σύναξε όλο το πλήθος των χριστιανών, συν γυναιξί και τέκνοις, προστάζοντάς τους να νηστεύσουν όλοι μαζί για τρεις συνεχείς ημέρες. Κατόπιν, ανέβηκαν όλοι τους επάνω σ’ ένα όρος της Κασαρείας που λεγόταν «Δίδυμον», πάνω στο οποίο ήταν κτισμένος ένας ναός προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έμειναν όλη τη νύχτα άγρυπνοι σ’ αυτόν τον ναό προσευχόμενοι, κλήρος και λαός, και με συντετριμμένη καρδιά παρακαλούσαν τον πολυεύσπλαχνο Σωτήρα Χριστό και την πανάχραντη Μητέρα Του να μεταλλάξουν την κακοποιό βουλή του ασεβέστατου βασιλιά. Στέκοντας σε πύρινη προσευχή ο άγιος Βασίλειος, εκεί στο μέσον του λαού του Θεού, είδε σαν σε όραμα ένα πλήθος στρατιάς των αγγέλων να περικυκλώνουν το όρος και εν μέσω αυτής της στρατιάς έναν μεγαλοπρεπή θρόνο όπου καθόταν μια υπερένδοξη γυναίκα, η οποία είπε προς τους παραστεκούμενους αγγέλους: «Φωνάξτε μου τον Μερκούριο, προκειμένου να μεταβεί και να καθαιρέσει τον εχθρό του Υιού μου, τον Ιουλιανό!». Φάνηκε τότε στον Μέγα Βασίλειο ότι παρουσιάσθηκε ο άγιος Μερκούριος κι αφού έλαβε αυτοπροσώπως την προσταγή αυτής της Κυρίας, η οποία δεν ήταν άλλη εκτός από την Παναγία, έφυγε τάχιστα για την αποστολή που του ανατέθηκε. 
Όταν είδε ο άγιος Βασίλειος αυτή την οπτασία, κατέβηκε μαζί με τους κληρικούς του στην πόλη της Καισαρείας, όπου ήταν κτισμένος ένας ναός του αγίου Μεγαλομάρτυρος Μερκουρίου, μέσα στον οποίο βρισκόταν το ιερό του λείψανο μαζί με τα στρατιωτικά του όπλα, τα οποία τιμούσαν με σεβασμό και δέος οι χριστιανοί. Η Καισάρεια ήταν ο τόπος της μαρτυρικής τελευτής του αγίου Μερκουρίου και θεωρούνταν ως ο τρανός της πολιούχος. Όταν μπήκε στον ναό του Μάρτυρος ο Μέγας Βασίλειος, είδε να απουσιάζει από εκεί το λείψανό του καθώς και τα όπλα του. Ρώτησε αμέσως τον σκευοφύλακα για ποιο λόγο και πώς λείπουν τα μαρτυρικά αγιάσματα, μα εκείνος δεν γνώριζε απολύτως τίποτα. Τότε ήταν που κατάλαβε ο Μέγας Βασίλειος ότι ήταν πέρα για πέρα αληθινό το όραμα που είδε, αγρυπνών και προσευχόμενος, επάνω στο «Δίδυμον» όρος και εννόησε, επίσης, ότι εκείνη τη νύχτα αποτελειώθηκε ο ασεβής ο Ιουλιανός, ο όντως Αποστάτης και Παραβάτης, ο άσπονδος εχθρός του Χριστού και σκληρός πολέμιος της Εκκλησίας. 
Μόλις έμαθε ο κόσμος τα παράδοξα τούτα γεγονότα, φώναξε με μια φωνή: «Σκεφτήκαμε να δώσουμε τα πλούτη μας στον ασεβή βασιλιά για να σώσουμε τη ζωή μας· τώρα, να μη τα προσφέρουμε στον Βασιλιά του ουρανού και της γης, που μας έσωσε και μας χάρισε τη ζωή;». Ο άγιος Βασίλειος, ο αγαθός και φωτισμένος ποιμένας της Καισαρείας, επαίνεσε την προαίρεσή τους και, αφού πρώτα τους προέτρεψε να πάρουν ό,τι ήθελε ο καθένας, στο τέλος μοιράστηκαν όλα τα εναπομείναντα πλούτη σε πτωχοκομεία, νοσοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία κ.α., αποκλειστικά για την ανακούφιση των αναγκεμένων και πονεμένων αδελφών. 
Η κάρα του αγίου Μερκουρίου ευρέθη, όπως λέγεται, στο Ocnele της Βλαχίας και μεταφέρθηκε στην επισκοπή του Ramnicu-Vilcea από τον επίσκοπο Ιωσήφ το 1766. Από εκεί μεταφέρθηκε στη Ρωσία, απ’ όπου επεστράφη στη Ρουμανία το 1956. Σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο των Τεχνών στο Βουκουρέστι. 

 


(1)«Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας», Τόμ. 3ος (Νοέμβριος), Εκδόσεις «Ίνδικτος»· 
(2)Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου: «Συναξαριστής των ΙΒ΄ μηνών Ενιαυτού»· Τόμος Α΄, Εκδόσεις «Δόμος»·

(3)«Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια»· Τόμος 8ος (άρθρο του Β. Ν. Γιαννόπουλου)· Αθήναι, 1966. 
(4)Σωφρόνιου Ευστρατιάδου (Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως): «Αγιολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας»,  Έκδοση της «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος»·
(5)Ματθαίου Λαγγή: «Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας»· i. Τόμος 1ος,  ii. Τόμος 11ος, 

Δημοφιλείς αναρτήσεις